Σάββατο, Νοεμβρίου 30, 2019

Περί ΨΟΘ!



             Dites-vous bien que la littérature est un des plus tristes chemins qui mènent à tout.
(Θυμηθείτε πως η λογοτεχνία είναι ένα από τα πιο θλιβερά μονοπάτια που οδηγούν παντού).

                                                                                                                        André Breton


Μια ιδιότυπη συλλογικότητα έχει κάνει την εμφάνισή της τον τελευταίο καιρό στα δρώμενα αυτού που αποκαλούμε «σύγχρονη ελληνική τέχνη». Με βασικό και ακαταμάχητο όπλο της τον «αυτοπροσδιορισμό» α-λα γκρεκ, η εν λόγω ομάδα δεν διεκδικεί απλώς αλλά διατυμπανίζει τη θέση της στον χώρο του υπερρεαλισμού.
Θα έμοιαζε ίσως εμψυχωτικό, δηλωτικό κατανόησης του όλου εγχειρήματος, το να διεκδικεί κανείς την ταυτότητα της υπερρεαλιστικής ομάδας, μετά από τόσες δεκαετίες κατά τις οποίες ο υπερρεαλισμός επιζεί στην κατεστημένη αισθητική και λογοτεχνική κριτική ως αναφορά ή επιρροή, αποκομμένος από το κατεξοχήν ζωντανό του στοιχείο, τη συλλογικότητα. Φευ, δεν είναι η πρώτη περίπτωση: οι παλιότεροι καπηλευτές είχαν τουλάχιστον τις στοιχειώδεις γνώσεις για να αποποιούνται μετά βδελυγμίας την όποια κινηματική αξίωση συνεπάγεται ο όρος «ομάδα». Οι τρέχοντες, απλώς αγνοούν την ύπαρξη αυτής της αξίωσης.
Μια ομάδα που μοιάζει να διέπεται, μάλλον, από το δόγμα «ο καλός ο μύλος όλα τ’ αλέθει», καθώς αφήνει να διαφανεί η ευκολία με την οποία, από τη μια διοργανώνει εκδηλώσεις για τον Μπρετόν και τον Εγγονόπουλο, ή οργανώνει «ποιητικούς διαγωνισμούς» υπό την όνομασία «Ανδρέας Εμπειρίκος», και από την άλλη αναρτά στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης που διαθέτει τσιτάτα του Μπρεχτ, του Φουκώ, του Ζίζεκ και άλλων ηχηρών ονομάτων που συνιστούν εγγυήσεις επαρκούς κουλτούρας (ή έστω γευστική σαλάτα αναφορών), χωρίς καν να διερωτάται τι μπορεί να τα συνδέει με τη διακηρυσσόμενη υπερρεαλιστική ταυτότητα. Ακολουθώντας το χειρότερο από τα στερεότυπα που συνοδεύουν τις απαρχές του υπερρεαλισμού, τον υποτιθέμενο αρχηγοκεντρισμό του, περισσότερο από ομάδα αποτελούν μια πυραμίδα αφελών οπαδών με κορυφή της τον κατά δήλωσή του «υπερρεαλιστή» ηγέτη, τον ονομαστό Αντώνη Χαριστό. Ο πνευματικός αυτός «ηγέτης», προτάσσοντας έναν υπερρεαλισμό κομμένο και ραμμένο στα δικά του μέτρα όπως τον αντιλαμβάνεται το εν συγχύσει διατελούν εσωτερικό τού κρανίου του, και διαστρεβλώνοντας όλα όσα αφορούν το θεωρητικό περιεχόμενο και τον πρακτικό ορίζοντα του υπερρεαλισμού, με πυξίδα έναν ψευδή ουμανισμό και μια εμμονή σε λογοτεχνικές βραβεύσεις και ποιητικούς διαγωνισμούς, πλήρης προδήλου θαυμασμού για τέτοιου είδους θεσμοποιημένες ιεραρχικές δραστηριότητες, διατυμπανίζει από τον ιστότοπό του(ς) μια ψευδεπίγραφη εκδοχή υπερρεαλισμού θεωρούμενου απλώς ως ενός, ανάμεσα σε άλλα, οχήματος λογοτεχνικής έκφρασης. Κηρύσσει μια «νέα μέρα», μια «καινούργια αρχή», μια αρχή που τοποθετεί τον πυρήνα του ιστορικού κινήματος σε μια “no politica” πλατφόρμα, εντελώς έξω από τις θέσεις και τις τοποθετήσεις που αφορούσαν και αφορούν την κοινωνικοπολιτική του παρέμβαση και εξεγερσιακή πρακτική, διά των οποίων ξεπερνά το στενό πλαίσιο μιας ακόμη μορφής έκφρασης και καινοτομίας στην τέχνη.
Ένας υπερρεαλισμός κατ’ εικόνα και ομοίωση των δημιουργών του, γεμάτος εθνικιστικές εξάρσεις, θρησκευτικές κορώνες. Ένας υπερρεαλισμός που μπορεί να διοργανώνει σεμινάρια αυτόματης γραφής με τιμή 120 ευρώ κατά κεφαλήν μαθητευομένου, ή να συγγράφει συλλογικό επετειακό κείμενο για το Πολυτεχνείο του 1973. Πνιγμένοι στις δημόσιες σχέσεις, είναι ανοιχτοί σε συνεργασίες με καλλιτέχνες εντελώς άσχετους με αυτό που εκπροσωπεί ο υπερρεαλισμός, ίσως και με εχθρικές προθέσεις εναντίον του, αλλά (γιατί όχι;) και με τον ΟΑΣΘ: μπορούν να μπαίνουν στα λεωφορεία του, απαγγέλλοντας ποιήματα του Μπρετόν, βιντεοσκοπώντας αυτές τις απαγγελίες και μοντάροντάς τες εν συνεχεία με πλάνα μίας γιγάντιας ελληνικής σημαίας που ανεμίζει περήφανη και ωραία πάνω από την πόλη, η οποία, εν προκειμένω, είναι αυτή της Θεσσαλονίκης
Αναφερόμαστε φυσικά στην ΨΟΘ (Ψευδο-υπερρεαλιστική Ομάδα Θεσσαλονίκης), τα μέλη της οποίας, πέραν της εμφανούς ασχετοσύνης τους περί του τι ήταν και είναι ο υπερρεαλισμός, διαθέτουν το θράσος να διατυμπανίζουν ότι αποτελούν τη μοναδική εκπροσώπηση του κινήματος στην Ελλάδα. Πεπεισμένοι ότι είναι οι απόγονοι των Εμπειρίκου-Εγγονόπουλου (είμαστε βέβαιοι πως οι γνώσεις τους φτάνουν μέχρι αυτούς τους δύο, άντε και λίγο από τους Προσανατολισμούς του Ελύτη), παλεύουν να εμφανιστούν ως η απαρχή του οργανωμένου (ό,τι κι αν αυτό σημαίνει στο κεφάλι τους) υπερρεαλισμού εν Ελλάδι, αγνοώντας εντελώς την ιστοριογραφία (ή εσκεμμένα παρακάμπτοντάς την) και τα πρόσωπα που πραγματικά έχουν συμβάλει σε αυτό που υπήρξε και παραμένει ο εγχώριος υπερρεαλισμός.
Πριν προχωρήσουμε στο κυρίως θέμα του κειμένου οφείλουμε δύο διευκρινίσεις:
α) Χωρίς να έχουμε διδακτικές διαθέσεις, ή τάσεις χειραγώγησης του υπερρεαλιστικού κινήματος εις την ημεδαπή, θα αναγκαστούμε σε κάποια σημεία να ανατρέξουμε στην ιστοριογραφία του υπερρεαλιστικού κινήματος. Αυτό συμβαίνει γιατί, πολύ απλά, προσλαμβάνουμε πάντα τον υπερρεαλισμό ως το ταξίδι-παιχνίδι που εδώ κι έναν αιώνα διαγράφει αδιάλειπτη πορεία στον χωροχρόνο, πορεία συχνά μεταβαλλόμενη, αλλά, σε πείσμα πολλών, αδιάσπαστη. Οι όποιες αλλαγές ποτέ δεν ήταν άσχετες με κύριες και βασικές του θέσεις.
β) Δεν έχουμε καμία απολύτως διάθεση να κρίνουμε τα μέλη της ομάδας καθώς και τα έργα τους με όρους καθαρά αισθητικούς. Δεν μας απασχολεί το αν τα έργα τους έχουν την όποια καλλιτεχνική αξία, ούτε πρόκειται να βγάλουμε το «αισθητικό-μετρο» – δεν μας αφορούν τα άτομα αυτά ως λογοτέχνες ή καλλιτέχνες. Αυτό που θέλουμε να δείξουμε είναι ότι έχουν σχέση ακριβώς με αυτούς και μόνο τους κύκλους (λογοτεχνικούς-καλλιτεχνικούς) και ότι άρα θα όφειλαν να περιοριστούν ακριβώς στη σύνδεσή τους με αυτούς, κι όχι να διεκδικούν δύσβατα και σκοτεινά για την ιδιοσυγκρασία τους μονοπάτια. (Ακόμη κι αν έχουν τη δύναμη να τραγουδούν πριν και πάνω απ' την καταιγίδα, δεν έχουν τη διορατική ματιά να δουν την καταιγίδα.) Αυτό που θέλουμε να δείξουμε είναι ότι οι εν λόγω δημιουργοί ουδεμία σχέση μπορούν να έχουν με αυτό που αποκαλούμε «θαυμαστό», «αντικειμενικά τυχαίο», καθώς και με τα δρώμενα του σύγχρονου υπερρεαλιστικού κινήματος – όχι ελληνικού, αλλά διεθνούς, κάτι που προφανώς αφήνει αδιάφορη την κοντόφθαλμη οπτική τους, ενώ αντίθετα πανηγυρίζουν αν τυχόν κάποιος ιστότοπος γράψει γι' αυτούς: «Μια ομάδα που θέλει να διδάξει (!) τον σουρεαλισμό στην Θεσσαλονίκη»1.
Υπάρχουν, σε αυτό που ονομάζουμε υπερρεαλισμό, ορισμένα ριζικά στοιχεία, που δεν μπορεί κανείς να παραβλέψει εάν κι εφόσον επιθυμεί να ταυτιστεί μαζί του. Κύριο ανάμεσα σε αυτά (όχι αυτοσκοπός, μα προϋπόθεση) είναι ο αντικομφορμισμός, η ρήξη με τον εγκλεισμό της πολιτισμικής πράξης στον περίκλειστο χώρο της τέχνης. Τίποτε δεν είναι πιο ξένο στην ΨΟΘ: ο διαχωρισμός είναι το οξυγόνο της. Με το να διοργανώνεις διαγωνισμούς ποίησης έχεις ήδη κάνει το μεγάλο βήμα για τον απόλυτο κομφορμισμό. Όταν, δε, θέτεις ως όρο στους συμμετέχοντες να μην υπάρχει καμία πολιτική αναφορά στα ποιήματα που θα καταθέσουν, έχεις πλέον ξεπεράσει ακόμη κι αυτόν τον ίδιο τον κομφορμισμό. Προτείνουμε στα μέλη της ΨΟΘ, αν δεν το γνωρίζουν ήδη, να μάθουν για ποιον λόγο διεγράφη από την Ομάδα του Παρισιού ο Avida Dollars (ο Σαλβαδόρ Νταλί δηλαδή, κι αν αναφέρουμε και το όνομά του, εκτός από το παρατσούκλι που του χάρισε απλόχερα ο Μπρετόν, είναι γιατί πολύ φοβόμαστε πως οι εν λόγω «υπερρεαλιστές» δεν θα αντιληφθούν τη νύξη) και για ποιον λόγο ο Μαξ Έρνστ. Αν διέθεταν κάποιο αίσθημα ντροπής, μετά από αυτές μας τις αναφορές θα επανεξέταζαν τη σχέση τους με τη λέξη «υπερρεαλισμός». Σε αυτήν βέβαια την περίπτωση θα ήταν ήδη δυνάμει υπερρεαλιστές, κάτι που ελέγχεται ως υπερβολικά αισιόδοξο για να είναι αληθινό.
Δεύτερο στοιχείο του τέλειου κομφορμισμού που διέπει την ΨΟΘ είναι αυτό της «ανοιχτής συνεργασίας» με οποιονδήποτε δηλώνει καλλιτέχνης. Μακάρια αδαείς για την αιτία που έκανε τους ευφυέστερους λογοτεχνίζοντες προγόνους τους να βδελύσσονται το συλλογικό στοιχείο του υπερρεαλισμού, άσχετοι με το τι ακριβώς συλλογικά επιθυμητικό σηματοδοτεί η λέξη ομάδα που τόσο υπερήφανα κραδαίνουν, μπορούν να συνδιαλέγονται και να συνυπάρχουν με όποιον να ’ναι, στο όνομα της καλλιτεχνικής έκφρασης. Είναι αμφίβολο αν άκουσαν ποτέ ότι ο υπερρεαλισμός δεν ήταν, δεν είναι, και δεν θα γίνει ποτέ μια τάση καλλιτεχνική ή έκφραση κάποιας πρωτοπορίας που μπορεί να την διαδεχθεί κάποια νεότερη. Ένα ελάχιστο ξεφύλλισμα κρίσιμων κειμένων θα τους είχε ενημερώσει ότι η θέση αυτή είναι που συνδέει και σήμερα τον υπερρεαλισμό με την ημέρα που εκδόθηκε το Πρώτο Μανιφέστο του Υπερρεαλισμού, πέρα και πάνω από ατομικές μικρότητες. Ο υπερρεαλισμός προπάντων αντιπροσωπεύει την ρήξη με κάθε έννοια πολιτιστικού σιναφιού και η απώτερή του στόχευση δεν είναι άλλη από αλλαγή της ανθρώπινης συνείδησης που θα οδηγήσει στην πλήρη ανατροπή του κόσμου. Εννοείται ότι, στις συνεργασίες τους αυτές, η πολιτική διάσταση είναι σταθερά απούσα, οπότε θα μπορούσε να υποθέσει κανείς ότι, για παράδειγμα, ένας εθνικιστής με στιχουργήματα μετρίου λυρισμού θα είχε εύκολα μια θέση ανάμεσά τους. Ίσως, γιατί όχι, να διάβαζε και ποίησή του σε εκδήλωση για τον Αντρέ Μπρετόν.
Φαίνεται ότι τα μέλη της ΨΟΘ, παρότι τίμησαν βεβαίως τον Μπρετόν ανάγοντάς τον σε διασκεδαστή επιβατών λεωφορείου, δεν χάλασαν ποτέ φαιά ουσία για δυο συγκεκριμένες ρήσεις του (πραγματικές αυτές):
α) η επανάσταση μόνη δημιουργός του φωτός2,
β) εμείς οι σουρρεαλιστές «δεν αγαπάμε την πατρίδα μας»3.
Τη δεύτερη την παραθέτουμε σε σχέση με την έξοχη έμπνευση της ΨΟΘ να ξεκινήσει το βίντεο που ετοίμασε για την εκδήλωση στη μνήμη του Μπρετόν με μια γιγάντια ελληνική σημαία που ανεμίζει στην κορυφή του Κόκκινου Πύργου4, ο οποίος υπήρξε και το πρώτο τους λογότυπο, σε μιαν ακόμη επιλογή έμπλεη διεθνιστικής υπερρεαλιστικής επιθυμίας.
Οι εμμονές της ΨΟΘ (δηλαδή του «ηγέτη», οι υπόλοιποι απλώς ακολουθούν για να δικαιολογήσουν την ύπαρξη ομάδας) βασίζονται εν πολλοίς στην παραπληροφόρηση, συνήθη σε όσους εν Ελλάδι στέκουν έξω από το παιχνίδι, ως προς τη σχέση υπερρεαλισμού και ανθρωπισμού. Πράγματι, μόλις πριν από μια δεκαετία οι παρ’ ημίν σχετικά ευρέως γνωστές ρήσεις του Μπρετόν ήσαν φράσεις από τη Νάντια ή στίχοι του που έγιναν συνθήματα στον Μάη του ’68. Πώς ξαφνικά βρέθηκε να του αποδοθεί, ως πλέον εμβληματική του μάλιστα απόφανση, η φράση: «Ο άνθρωπος είναι η απάντηση όποια κι αν είναι η ερώτηση»5; Πώς ο Μπρετόν, αυτός που σε συνέντευξή του χαρακτήριζε την απάντηση του Οιδίποδα στο αίνιγμα στης Σφίγγας ως το μεγάλο ελάττωμα της αρχαιοελληνικής σκέψης, αυτός που λογομάχησε με τον Τρότσκυ για τον ανθρωποκεντρισμό του δεύτερου, βρέθηκε, στην Ελλάδα ειδικά, να μνημονεύεται προπάντων με μια φράση που βρίσκεται στον ακριβή αντίποδα της σκέψης του5; Ο «ηγέτης» μας, αν γνώριζε το λάθος, θα μειδιούσε άραγε (όπως εμείς) με το τυχαίο που ελλοχεύει ακόμη και στις ατυχίες, διαλέγοντας την πλέον ξένη στον Μπρετόν φράση για να του την αποδώσει; Μάλλον όχι, μα ούτε και θα το μάθουμε ποτέ: πεπεισμένος κι αυτός ότι η ρήση προέρχεται από την πένα του Μπρετόν, εισχωρεί στον χώρο του θαυμαστού, ονειρεύεται πως είναι αυτός που διαθέτει το χάρισμα για τη δημιουργία μιας «πανανθρώπινης» τέχνης (ό,τι κι αν μπορεί να σημαίνει αυτό) και κατασκευάζει έναν θρόνο όπου μόνον Εκείνος μπορεί να καθίσει και να περιμένει… περιμένει… περιμένει… τι άραγε; (Τον Γκοντό, θα πρότεινε ίσως κανείς, και θα ήταν όντως μια καλή αν και ελαφρώς μπανάλ αναφορά για εστέτ καλλιτεχνικές συλλογικότητες.)
Σε αυτόν τον ψευδο-ουμανισμό, βασισμένο σε μια ήδη στρεβλωμένη ρήση ενός άλλου Αντρέ, του Ζιντ, αντιπαραθέτουμε τα λόγια του Νικόλαου Κάλας που δόθηκαν ως απάντηση σε ερωτηματολόγιο του Υπερρεαλιστικού Κινήματος των Η.Π.Α.:

    «Καλλιεργήστε το αίνιγμα σε πείσμα του αναπόφευκτου Οιδίποδα!»

Μια πανανθρώπινη τέχνη έξω από την σύνδεση πραγματικότητας και ονείρου, μια πανανθρώπινη τέχνη που δεν αναγνωρίζει πολιτικές τοποθετήσεις, δεν ενδιαφέρεται στην πραγματικότητα για τη σχέση ανθρώπου με άνθρωπο, δεν διεκδικεί καμία ανατροπή. Μια τέχνη, λένε, δομημένη: ναι, οι ίδιοι είναι που μιλούν για «δομημένο» υπερρεαλισμό, εγείροντας την απορία πώς δομείται κάτι που έχει δομηθεί έναν αιώνα τώρα και που δομείται καθημερινά, έξω από αυλές ποιητών και πεζογράφων, έξω από αίθουσες λογοτεχνικών νεκροτομείων και έξω από ακαδημαϊκούς θεσμούς, στον δρόμο της διεκδίκησης του απολύτου ή στη φωτιά της κοινωνικής ανατροπής. Δομημένη, αυτή, πάνω στην άμμο, δίπλα στο τσουνάμι που μας χτυπάει εδώ και αιώνες, από τη μέρα που ο Οιδίποδας απάντησε στο αίνιγμα της Σφίγγας6.
Και φθάνουμε στην προαναφερθείσα εκμάθηση «αυτόματης γραφής». Δεν χρειάζεται να θυμηθούμε ότι, στο πέρασμα του χρόνου, όσους υπερρεαλιστές χρησιμοποίησαν τον υπερρεαλισμό προς ίδιον όφελος είτε τους απομάκρυναν οι ίδιοι οι πρώην σύντροφοί τους είτε τους ξέβρασε το κύμα σε δέκτες τηλεοπτικούς με προσωπεία γελωτοποιών, ή και τα δύο μαζί. Θα σταθούμε στο θέμα της «διδακτέας» αυτόματης γραφής, στο ριζικό παράδοξο μιας οπτικής που ανάγει τον υποτιθέμενο υπερρεαλισμό σε μια απλή μορφή λογοτεχνίας και συνάμα απαλλάσσει τα έργα του από κάθε κριτήριο.
Παρακάμπτουμε το ότι ο υπερρεαλισμός δεν είναι μόνο αυτόματη γραφή, ότι ο Μπρετόν θύμιζε συχνά την αφετηριακή της σημασία και τον σκοπό που εξυπηρέτησε μία δεδομένη περίοδο στην πορεία του κινήματος, ενώ εξηγούσε την εγκατάλειψη της πρακτικής της (σε κείμενα και συνεντεύξεις, που αν είχαν διαβαστεί δεν θα μας ταλαιπωρούσε ακόμη η δήθεν ρήση περί «ανθρώπου»). Αυτά ωστόσο μπορούν να αποδοθούν σε αθώα ασχετοσύνη. Το να απαιτείς όμως 120 ευρώ για να διδάξεις αυτό που δεν διδάσκεται, πέρα από απάτη είναι –πάλι– μεγαλομανία. Πώς να διδάξεις την κατεξοχήν εσώτερη διεργασία, αυτή της δυσδιάκριτης εσωτερικής φωνής; Πώς να διδάξεις –πέραν της ψυχαναλυτικής μεθόδου– την εφόρμηση του «άλλου» επί του «εγώ»; Κι αν ακόμη είχες (Χαριστός γαρ) το χάρισμα να την διδάξεις, πώς, τότε, επιλέγεις να την εκπορνεύεις;
Όλοι οι άνθρωποι είναι δυνάμει ποιητές – το αν και πότε σπινθηρίζει η ποίηση, αυτό είναι άλλο εντελώς θέμα. Για την αυτόματη γραφή και την ποιητική διαλεκτική, αφουγκραζόμαστε τα λόγια του νεαρού Αραγκόν: «Εάν γράφετε, ακολουθώντας μια υπερρεαλιστική μέθοδο, θλιβερές βλακείες, είναι θλιβερές βλακείες. Χωρίς δικαιολογίες7». Το να περιμένεις από εκ γενετής τυφλό να περιγράψει τα χρώματα της ίριδας, ή από αναλφάβητο να απαγγείλει στα λατινικά Οβίδιο, θα ήταν ίσως κατανοητό: η διδασκαλία μπορεί να μεταδώσει έστω τα εξωτερικά γνωρίσματα της γνώσης. Το να επιτηρείς επί πληρωμή την επίδειξη αυθορμητισμού είναι ίδιο με το να ρουφάς το βάθος με ένα πανάκριβο πλαστικό καλαμάκι, για ν’ αφήσεις μόνο τον κοπανιστό αφρό.
Γνωρίζουμε πολύ καλά ότι πέρα από τον Χαριστό υπήρξαν κι άλλοι καλοθελητές στο να μας διδάξουν την αυτόματη γραφή, έστω κι αν, βάσει του προγενέστερου έργου τους, και οι ίδιοι υπήρξαν μάλλον τουρίστες σε αυτήν. Ο κάθε ενδιαφερόμενος που έχει την καλή διάθεση να γνωρίσει τον υπερρεαλισμό και τα έργα του, καλό θα ήταν να ανατρέξει μόνος στις πηγές. Δεν υπάρχει καλύτερος κριτής για τη γονιμότητα του κόπου του από τη γνώση και την έμπρακτη εφαρμογή της. Ο καθένας μπορεί να αυτοαποκαλείται όπως νομίζει – το είπαμε ήδη – αρκεί να αντιμετωπίσει το κόστος της επιλογής του. Αν, εθισμένος σε αδαείς κολακείες, δεν το αντέχει, τότε ας στραφεί προς τον καθρέφτη του. Κι αν δεν μπορεί να περάσει στην άλλη πλευρά, όπως η Αλίκη, τότε ας λουστεί τα θραύσματα, θεωρώντας τα ως επευφημίες.
Πίσω από την ξύλινη κορνίζα, ένα γυναικείο πρόσωπο ξεπροβάλλει κι απαγγέλει την Ωδή του Τίποτα. Κουστουμαρισμένοι δρυοκολάπτες χειροκροτούν ατενίζοντας το Πουθενά. Ολόκληρη η Ιστορία είναι διανθισμένη από καλές προθέσεις αλλά κι από ηγέτες με στόχους. Το καλύτερο που έχουν να κάνουν κάποιοι είναι είτε η σιωπή είτε η ενασχόληση με άλλα θέματα πιο προσφιλή σε αυτούς. Η ημιμάθεια είναι έγκλημα, αλλά και η διαστρέβλωση, που δεν μπορεί παρά να είναι εσκεμμένη, είναι πράξη εξίσου χαμερπής.
Ας μιλήσουμε ωστόσο και για εκείνους που σε οποιαδήποτε άλλη χώρα θα ήταν από τους πρώτους που θα έπρεπε να αντιληφθούν την ολοφάνερη πλαστογραφία του όρου υπερρεαλισμός που επιχειρείται στην περίπτωση αυτή, και την απάτη του αυτοχαρακτηρισμού ως υπερρεαλιστικής της ομάδας των εν Θεσσαλονίκη επίδοξων σφετεριστών. Αναφερόμαστε φυσικά στους πανεπιστημιακούς-ακαδημαϊκούς καθηγητές φιλολογίας, πολλοί από τους οποίους έχουν στηρίξει την σταδιοδρομία τους σε δημοσιεύσεις, βιβλία και διδακτορικά για τον ελληνικό κυρίως υπερρεαλισμό, και την ανικανότητά τους να ξεσκεπάσουν την προφανώς κίβδηλη φύση του εν λόγω εγχειρήματος, γεγονός που προδίδει είτε την ανεπάρκειά τους είτε την εσφαλμένη τους αντίληψη να εκλαμβάνουν τον υπερρεαλισμό ως αποκλειστικώς λογοτεχνική ή εικαστική σχολή, ή και την απόλυτη αδιαφορία τους για το φαινόμενο υπερρεαλισμός ως κοσμοθεωρία και τρόπο σκέψης και αντίληψη ζωής, σε μια χώρα όπου ο υπερρεαλισμός δεν έπαψε ποτέ να εκλαμβάνεται ως ένα ακόμα «στυλ» ανάμεσα στα άλλα, ακίνδυνο και αποσπασμένο από οποιαδήποτε συλλογική δραστηριότητα, η οποία είναι η μόνη που μπορεί να δώσει νόημα στην περιπέτεια μιας συνειδητά εξασκούμενης ονειρικής παραφοράς. Μία μάλιστα εξ αυτών έσπευσε να εκφράσει την ευαρέσκειά της για την ίδρυση της εν λόγω ομάδας, με αποτέλεσμα η ομάδα αυτή να καυχιέται για το γεγονός εκφράζοντας τις εγκάρδιες ευχαριστίες της και την απύθμενη ευγνωμοσύνη της προς την αγαλλιάζουσα καθηγήτρια στην σελίδα της πρώτης στο facebook. Έτσι ολοκληρώνεται ο κύκλος της ακαδημαϊκής σκύλευσης του υπερρεαλισμού: από τους ειδικούς και καθηγητές που οριοθέτησαν το κίνημα και αλλοίωσαν το νόημα της οργάνωσής του σύμφωνα με τις εμμονές ή τα συμφέροντά τους, αρνούμενοι τη ζωντανή συλλογική του υπόσταση και μεταμφιέζοντας τη συνειδητή σύγχυση σε υποτιθέμενο αντιδογματισμό, καταλήγουμε σε μια ψευδεπίγραφη συλλογικότητα που αξιοποιεί τους ίδιους ειδήμονες ως εγγυητές και απονομείς πιστοποιητικών υπερρεαλιστικής αυθεντικότητας.
   Αφήνουμε πίσω μας συγγραφείς να υπογράφουν τα βιβλία τους, αφήνουμε πίσω μας μανιφέστα πανανθρώπινα και καημούς εμπλουτισμένους με ματαιοδοξία και κενότητα, ελπίζοντας πως κι αυτοί θα μας κάνουν τη χάρη να μην σφετερίζονται κάτι που για μας, πέρα από καλλιτεχνική έκφραση, αποτελεί θέαση και πράξη της ζωής. Δεν έχουμε καμία απολύτως διάθεση να παρουσιαστούμε ως κλειδοκράτορες του υπερρεαλιστικού προ(σ)τάγματος, απλώς επιθυμούμε να αρθεί η σύγχυση πάνω σε ζητήματα που εδώ και πολλά χρόνια διαπραγματευόμαστε και ως ομάδα αλλά και ως άτομα. Δεν μπορούμε να μένουμε αμέτοχοι απέναντι στην καπηλεία. Θα ευχόμασταν αυτή να ήταν η τελευταία φορά που ασχολούμαστε με τη συγκεκριμένη ομάδα, αν και οι ευχές υπάρχουν για να διαψεύδονται.


1 Η απροσμέτρητη μεγαλομανία του «ηγέτη» της ΨΟΘ είναι τόσο μεγάλη που σε επικοινωνία του με την Υπερρεαλιστική Ομάδα του Λιντς έπεσε στο ατόπημα να θελήσει να εμφανίσει ως μοναδική υπερρεαλιστική συλλογική δράση στον ελλαδικό χώρο την κατά φαντασία υπερρεαλιστική ομάδα του. Ήταν τόσο μεγάλη η αφέλεια του αν ήταν αφέλεια που δεν κατάφερε να σκεφτεί το πολύ απλό, ότι η Υπερρεαλιστική Ομάδα Αθήνας θα είχε επαφές με το διεθνές κίνημα του υπερρεαλισμού πολλά χρόνια πριν ο ίδιος μάθει το όνομα του Μπρετόν. Εννοείται πως αυτή και μόνο η κίνηση αρκούσε για να μην τον πάρουν στα σοβαρά τα μέλη του Λιντς κι όχι μόνο. Η απόπειρα αυτή αποτελεί την πρώτη και μοναδική επαφή της ΨΟΘ με οποιαδήποτε υπερρεαλιστική συλλογικότητα, και κρίνοντας από τον αυτοπροσδιορισμό της ως καθαρά λογοτεχνικής ομάδας κατά τη συγκεκριμένη επικοινωνία δεν είχαν ιδέα ούτε σε ποιους απευθύνονταν (την ύπαρξη των οποίων εξάλλου είχαν μάθει από τρίτο πρόσωπο), ούτε τι εξέφραζαν, ούτε αν η ομάδα του Λιντς είναι η μοναδική στον κόσμο, ούτε καν γιατί έχει έννοια η ίδια η ύπαρξη και συνεργασία υπερρεαλιστικών ομάδων

2 Αντρέ Μπρετόν: Αρκάνα 17, μτφρ. Στέφανος Ν. Κουμανούδης, εκδ. ύψιλον/βιβλία, Αθήνα 1984, σ. 98.


3 Αντρέ Μπρετόν: Η Πολιτική θέση του σουρρεαλισμού, εκδ. Ουτοπία, Αθήνα 1980, μτφρ. Γ. Γεωργαντζή-Ν. Μπαλης, σ. 84


4 Όσο κι αν θα ενοχληθούν κάποιοι, η αλήθεια για τον Λευκό Πύργο της Θεσσαλονίκης είναι πως για αιώνες υπήρξε κόκκινος – απ’ τα κορμιά των κατασφαγμένων, κρεμασμένων ανάποδα ανθρώπων. Αυτό το μνημείο της φρίκης και της καταδυνάστευσης είναι που επέλεξαν να έχουν ως λογότυπο οι «συνεχιστές» του υπερρεαλιστικού οράματος, οι δημιουργοί της πανανθρώπινης τέχνης.

5 Προτρέπουμε τον όποιον ενδιαφερόμενο περί της αναζήτησης της αλήθειας πάνω στο ζήτημα αυτό να ανατρέξει στο τρίτο τεύχος του περιοδικού Κλήδονας και να διαβάσει το άρθρο του Νίκου Σταμπάκη «Για την Αποικιοποίηση της Ταυτότητας», σ. 66.


6 Και πάλι απ’ το Αρκάνα 17, σ. 32, διαβάζουμε τα εξής: Ο άνθρωπος καυχιέται ότι είναι ο εκλεκτός της δημιουργίας. Ότι μπόρεσε να του αποκαλύψει η θεωρία της εξελίξεως για την καταγωγή του και για τις γενικές βιολογικές αναγκαιότητες που προδιαγράφουν ένα όριο στην ίδια τη διάρκεια του είδους του, παραμένει ένα νεκρό γράμμα.

7 Λουί Αραγκόν: Περί του ύφους, μτφρ. Στέφανος Ν. Κουμανούδης, εκδ. ύψιλον/βιβλία, Αθήνα, 1985, σ. 98.



Πέμπτη, Μαρτίου 17, 2016

Η Καταισχύνη των Ποιητών

Η Καταισχύνη των Ποιητών

του Benjamin Peret

Cahors 1951, Andre Breton,   Bejamin Peret

 

Ο Benjamin Peret (1899-1959) από το 1922 μέχρι και τον θάνατό του παρέμεινε ένας αμετανόητος πρόμαχος της σουρρεαλιστικής περιπέτειας, αλλά και (ήδη από το 1927) του αγώνα για την κοινωνική απελευθέρωση, διατηρώντας πάντοτε δεσμούς με τον επαναστατικό σοσιαλισμό, για μια περίοδο (1936-1948) και ως μέλος της Αριστερής Αντιπολίτευσης και της 4ης Διεθνούς. Το κείμενο που αναδημοσιεύουμε παρακάτω αποτελεί μια εξαιρετικά διεισδυτική πολεμική για εκείνους που διαπραγματεύονται τις λογοτεχνικές τους «αρετές» στην αγορά των κυρίαρχων αξιών, αυτών των απατηλών ήλιων που κατασιγάζουν το αγριεμένο μάτι μέσα στον ορίζοντα της καταπίεσης. Για τον Peret, και γι' αυτό παρέμεινε ως το τέλος ανυπότακτος, το αφετηριακό αίτημα δεν έπαψε ποτέ να είναι η επαναστατικοποίηση της υποκειμενικότητας, μέσα από την ποίηση που κατακτά την αυτοτέλειά της ακριβώς γιατί εναντιώνεται στην ανελεύθερη πραγματικότητα, ή, παρεμβάλλοντας κάποιες αποστροφές του Herbert Marcuse, ακριβώς γιατί «μιλά την γλώσσα μιας ριζικά διαφορετικής εμπειρίας» και «επικαλείται εικόνες και ανάγκες απελευθέρωσης, που φθάνουν ως τα βάθη της ανθρώπινης ύπαρξης», αρθρώνοντας «την εμπειρία όχι μόνο μιας επί μέρους τάξης, αλλά όλων των καταπιεσμένων». 
Ο Μανόλης Λαμπρίδης μετέφρασε αυτό το κείμενο και το δημοσίευσε για πρώτη φορά στο περιοδικό «Κριτική» (7/8) το 1960, για να ανατυπωθεί αργότερα στο «Πεζοδρόμιο» (12) από την «Διεθνή Βιβλιοθήκη». Είναι ίσως περιττό να τονίσουμε την σημασία της πολεμικής του Peret σε μια κοινωνία, όπως η ελληνική, της οποίας η πολιτισμική παραγωγή έχει εμποτιστεί βαθιά από το έργο των «ποιητών του Αιγαίου» και των υμνωδών του σταλινισμού, τη στιγμή μάλιστα που ο σουρρεαλισμός δεν έπαψε ποτέ να εκλαμβάνεται ως ένα ακόμα «στυλ» ανάμεσα στα άλλα, ακίνδυνο, αποσπασμένο από οποιαδήποτε συλλογική δραστηριότητα, και κυρίως στερημένο από τον ίδιο τον «ένθετο διαλεκτικό πυρήνα» (W.Benjamin) της συνειδητά εξασκούμενης ονειρικής παραφοράς. Με αυτήν την έννοια, οφείλουμε κάτι παραπάνω από την δυνατότητα μιας απολαυστικής ανάγνωσης στον Μανόλη Λαμπρίδη που, κόντρα στο ρεύμα της τρέχουσας φιλολογίας, μετέφρασε την «Καταισχύνη των Ποιητών», στην γλώσσα που τόσο συχνά στο παρελθόν χρησιμοποιήθηκε για να εξαρθεί ο ελληνικός θεός και η ελληνική πατρίδα, οι εγχώριες, δηλαδή, φαντασμαγορικές επισφραγίσεις της νίκης των εχθρών της ποίησης. 

Β.Ι.


Αν αναζητήσει κανείς την πρωταρχική σημασία της ποίησης που σήμερα είναι κρυμμένη κάτω από χίλια δυο γυαλιστερά ψευτοστολίδια της κοινωνίας θα διαπιστώσει ότι είναι η αληθινή πνοή του ανθρώπου, η πηγή κάθε γνώσης, και αυτή η ίδια η γνώση με την πιο άσπιλη όψη της. Σ' αυτήν συμπυκνώνεται όλη η πνευματική ζωή της ανθρωπότητας από τότε που άρχισε να παίρνει συνείδηση για τη φύση της.
Μέσα σ' αυτήν σπαρταρούν τώρα οι υψηλότερες δημιουργίες της και, γη ανεξάντλητα γόνιμη, φυλάει μέσα της παντοτεινά τους ακατέργαστους κρυστάλλους και τη συγκομιδή του Αύριο. Θεότητα προστατευτική με χίλια πρόσωπα, την ονομάζουν εδώ αγάπη, εκεί ελευθερία, αλλού επιστήμη. Παραμένει παντοδύναμη, κοχλάζει μέσα στο παραμύθι του Εσκιμώου, ξεσπάει μέσα στο ερωτικό γράμμα, μυδροβολεί το εκτελεστικό απόσπασμα που τουφεκίζει τον εργάτη που αφήνει μια τελευταία πνοή για την κοινωνική επανάσταση, δηλαδή για ελευθερία, σπινθηρίζει μέσα στην ανακάλυψη του σοφού, λιποθυμάει, αναιμική ως και στα πιο ηλίθια κατασκευάσματα που παίρνουν τ' όνομά της, και η ανάμνησή της εγκώμιο που θα μπορούσε να είναι επιτάφιο εισδύει ακόμα και μέσα στα μουμιοποιημένα λόγια του πάστορα, του δολοφόνου της, που τον ακούει ο πιστός γυρεύοντάς την, τυφλός και κουφός, στον τάφο του δόγματος, όπου δεν είναι πια παρά μονάχα απατηλή σκόνη.
Οι αναρίθμητοι δυσφημιστές της, αληθινοί και ψεύτικοι παπάδες, πιο υποκριτές απ' τους λειτουργούς όλων των εκκλησιών, ψευδομάρτυρες όλων των εποχών, την κατηγορούν πως είναι μέσο απόδρασης, φυγής μπροστά στην πραγματικότητα, σάμπως να μην ήταν η ίδια η πραγματικότητα, η ουσία της και η έξαρσή της. Αλλά, ανίκανοι να συλλάβουν την πραγματικότητα στο σύνολό της και στις πολύπλοκες σχέσεις της, θέλουν να βλέπουν μονάχα την πιο πρόχειρη και την πιο ελεεινή της όψη.
Παρατηρούν μονάχα τη μοιχεία χωρίς ποτέ να νιώθουν τον έρωτα, το βομβαρδιστικό αεροπλάνο χωρίς να φέρνουν στον νου τους τον Ίκαρο, το περιπετειώδες μυθιστόρημα χωρίς να καταλαβαίνουν την διηνεκή ποιητική λαχτάρα, τη στοιχειώδη και βαθιά, την οποία, μάταια, φιλοδοξεί να ικανοποιήσει. Καταφρονούν το όνειρο για χάρη της πραγματικότητά τους, σάμπως το όνειρο να μην ήταν μια απ' τις όψεις της και μάλιστα η πιο συνταραχτική, εξαίρουν τη δράση σε βάρος του στοχασμού, σα να μην ήταν η πρώτη χωρίς το δεύτερο ένα sport, τόσο ασήμαντο όσο και κάθε sport.
Άλλοτε αντιτάσσανε το πνεύμα στην ύλη, στον άνθρωπο το θεό τους. Σήμερα υπερασπίζονται την ύλη εναντίον του πνεύματος. Στην πραγματικότητα, δίνουν αξία στην λογική σε βάρος της ενόρασης, ξεχνώντας από πού αναβλύζει αυτή η λογική.
Οι εχθροί της ποίησης, σ' όλες τις εποχές, είχανε την σκοτούρα πώς να την υποτάξουν στους άμεσους σκοπούς τους, να την συνθλίψουν κάτω από το θεό τους, ή τώρα, να την αλυσοδέσουν στην υπηρεσία της νέας θεότητας, μαύρης ή «κόκκινης» - κοκκινόμαυρης από ξεραμένο αίμα πολύ πιο αιματοβαμμένης από την παλιά. Γι' αυτούς η ζωή και ο πολιτισμός συνοψίζονται σε χρήσιμο και σε άχρηστο, κι εξυπονοείται ότι αυτό το χρήσιμο παίρνει τη μορφή μιας τσάπας, που χρησιμοποιείται προς όφελός τους. Γι' αυτούς, η ποίηση δεν είναι παρά η πολυτέλεια του πλούσιου, αριστοκράτη ή τραπεζίτη, κι αν θέλει να είναι «ωφέλιμη» στη μάζα, οφείλει να υποταχθεί στην μοίρα των «εφηρμοσμένων», των «διακοσμητικών», των «οικοκυρικών» κλπ. τεχνών. Από ένστικτο νιώθουν ωστόσο ότι η ποίηση είναι το «Β Φθ ΤΜ» του Αρχιμήδη, και φοβούνται μήπως, αν σαλέψει, ο κόσμος τους έρθει πίσω κατακέφαλα. Γι' αυτό, και ο ζήλος τους να την βεβηλώνουν, να της αρνούνται κάθε αποτελεσματική ενέργεια, κάθε αξία έξαρσης, για να της δώσουν τον υπερβολικά παρηγορητικό ρόλο μιας αδελφής του Ελέους.
Όμως ο ποιητής δεν είναι για να υποθάλπει στον άλλον μια φαντασιώδη ελπίδα, επίγεια ή επουράνια, ούτε να αφοπλίζει τα πνεύματα, εμφυσώντας τους απεριόριστη εμπιστοσύνη σ' έναν πατέρα ή έναν αρχηγό, που κάθε κριτική εναντίον του θα ήταν ιεροσυλία. Εντελώς το αντίθετο: ο ποιητής είναι εκείνος που προφέρει πάντα τα βέβηλα λόγια και τις αιώνιες βλασφημίες. Ο ποιητής πρέπει πριν απ' όλα να συνειδητοποιήσει τη φύση του και τη θέση του μέσα στον κόσμο. Εφευρέτης, για τον οποίον η ανακάλυψή του είναι μόνο το μέσο για να πετύχει μια καινούργια ανακάλυψη, πρέπει να πολεμάει χωρίς σταματημό τους καταλυτές θεούς που πέφτουν με λύσσα πάνω στον άνθρωπο για να τον κρατούν υπόδουλο στους δυνατούς της κοινωνίας και στη θεότητα, που αλληλοσυμπληρώνονται. Θα είναι λοιπόν επαναστάτης, μα όχι απ' αυτούς που πολεμούν το σημερινό τύραννο, τον αποτρόπαιο στα μάτια τους γιατί βλάφτει τα συμφέροντά τους, για να εγκωμιάσουν την εξοχότητα του αυριανού καταπιεστή, που από τώρα κιόλας του είναι υπηρέτες. Όχι! Ο ποιητής αγωνίζεται εναντίον κάθε καταπίεσης: του ανθρώπου από άνθρωπο πρώτα πρώτα και της καταπίεσης της σκέψης του από τα θρησκευτικά, φιλοσοφικά ή κοινωνικά δόγματα. Μάχεται για να αποκτήσει ο άνθρωπος συνείδηση για τον εαυτό του και για το σύμπαν, που ολοένα να γίνεται και πιο τέλεια. Απ' αυτό δεν βγαίνει πως θέλει να βάλει την ποίηση στην υπηρεσία μιας πολιτικής δράσης, έστω κι επαναστατικής.
Αλλά η ιδιότητά του ως ποιητή τον κάνει επαναστάτη που πρέπει να μάχεται σ' όλα τα πεδία. Στην περιοχή της ποίησης με τα μέσα που προσιδιάζουν σ' αυτήν, και στην περιοχή της κοινωνικής δράσης, χωρίς ποτέ να συγχέει τα δυο πεδία δράσης, αλλιώς ξαναφέρνει τη σύγχυση που πάει να διαλύσει, και συνεπώς παύει να είναι ποιητής, δηλαδή επαναστάτης.
Οι πόλεμοι όπως αυτός που υφιστάμεθα, γίνονται μόνο και μόνο προς όφελος ενός συνασπισμού όλων των οπισθοδρομικών δυνάμεων, και σημαίνουν κοντά στ' άλλα, σταμάτημα της εκπολιτιστικής ανάτασης που καταστρέφεται απ' αυτές τις οπισθοδρομικές δυνάμεις, που τις απειλούσε ο πολιτισμός. Αυτό είναι τόσο φανερό, που δε χρειάζεται να επιμείνομε. Μοιραία συνέπεια αυτής της προσωρινής ήττας του πολιτισμού είναι ένας θρίαμβος του αντιδραστικού πνεύματος, και πρώτα πρώτα του θρησκευτικού σκοταδισμού, αναγκαίου επιστεγάσματος κάθε αντίδρασης. Θα χρειαζόταν να ανατρέξουμε πολύ μακριά στην ιστορία για να βρούμε μιαν άλλη εποχή, όπου η επίκληση του Θεού, του Παντοδυνάμου, της Θείας Πρόνοιας κλπ. να είναι τόσο συχνή από τους αρχηγούς κρατών ή για τα προνόμιά τους. Ο Τσόρτσιλ δεν εκφωνεί σχεδόν κανένα λόγο χωρίς να εξασφαλίσει την προστασία του θεού, το ίδιο κάνει κι ο Ρούσβελτ, ο Ντε Γκολ τάσσεται υπό την αιγίδα του Σταυρού της Λορραίνης, ο Χίτλερ επικαλείται κάθε μέρα τη θεία πρόνοια και οι κάθε λογής μητροπολίτες ευχαριστούν, από το πρωί ως το βράδυ, τον Κύριο για τη σταλινική αγαθοεργία. Χωρίς να είναι από μέρους τους μια ασυνήθιστη εκδήλωση, η στάση τους δίνει το χρίσμα σε μια γενική αντιδραστική κίνηση, ενώ ταυτόχρονα δείχνει τον πανικό τους. Κατά τον προηγούμενο πόλεμο, οι κληρικοί της Γαλλίας διακήρυσσαν επίσημα ότι ο θεός δεν ήταν Γερμανός, ενώ απ' την άλλη όχθη του Ρήνου, οι όμοιοί τους διεκδικούσαν γι' αυτόν την γερμανική ιθαγένεια, και ποτέ οι εκκλησίες της Γαλλίας π.χ. δεν είδανε τόσους πιστούς όσο από την αρχή των σημερινών εχθροπραξιών.
Από πού προέρχεται αυτή η αναγέννηση του φιντεϊσμού; Πρώτα πρώτα από την απελπισία που γεννάει ο πόλεμος και η γενική αθλιότητα · ο άνθρωπος δε βλέπει καμιά διέξοδο πάνω στη γη στη φοβερή του κατάσταση, ή δεν τη βλέπει ακόμα, και ζητάει σ' έναν φανταστικόν ουρανό παρηγοριά για τα υλικά του δεινά, που ο πόλεμος τα έκαμε πιο βαριά σε ανήκουστες διαστάσεις. Ωστόσο, κατά την ασταθή εποχή την λεγόμενη Ειρήνη, οι υλικές συνθήκες της ανθρωπότητας, που προκάλεσαν την παρηγορητική θρησκευτική αυταπάτη, υπήρχαν, αν και με λιγότερη οξύτητα, και ζητούσαν επιτακτικά να ικανοποιηθούν. Η κοινωνία βρισκόταν μπροστά στην αργή διάλυση του θρησκευτικού μύθου χωρίς τίποτε να μπορεί να τον αντικαταστήσει παρά μόνο πολιτικές ζαχαρίνες: πατρίδα ή αρχηγός.
Μερικοί, μπροστά σε τούτα τα υποκατάστατα που εξυπηρετούν τον πόλεμο και τους όρους της ανάπτυξής του τά 'χουν χαμένα, χωρίς ελπίδα σωτηρίας άλλη από την επιστροφή στην καθαρή και απλή θρησκευτική πίστη. Άλλοι, κρίνοντάς τα ανεπαρκή και άχρηστα, ζήτησαν ή να τ' αντικαταστήσουν με νέα μυθικά παράγωγα ή να ξαναζωντανέψουν τους παλιούς μύθους. Εξού η γενική αποθέωση μέσα στον κόσμο, αφ' ενός του χριστιανισμού της πατρίδας και του αρχηγού αφ' ετέρου. Όμως η πατρίδα και ο αρχηγός, όπως και η θρησκεία της οποίας είναι μαζί κι αδέλφια κι ανταγωνιστές, δεν έχουν πια σήμερα άλλο μέσο να επιβάλλονται πάνω στα πνεύματα από τον καταναγκασμό. Ο σημερινός τους θρίαμβος, καρπός μιας στρουθοκαμηλικής αντίδρασης, μακριά απ' το να σημαίνει τη φανταχτερή αναγέννησή τους προμηνύει το επικείμενο τέλος τους.
Αυτή η νεκρανάσταση του θεού, της πατρίδας και του αρχηγού υπήρξε το αποτέλεσμα της αφάνταστης σύγχυσης των πνευμάτων που τη γέννησε ο πόλεμος και τη συντήρησαν όσοι είχαν συμφέροντα απ' αυτόν. Έτσι, η πνευματική ζύμωση που γεννιέται απ' αυτήν την κατάσταση, στο βαθμό που εγκαταλείπεται κανείς στο ρεύμα, παραμένει ολοκληρωτικά οπισθοδρομική κάτω από την επίδραση ενός αρνητικού παράγοντα. Τα προϊόντα της παραμένουν αντιδραστικά, είτε είναι «ποίηση» προπαγάνδας φασιστικής ή αντιφασιστικής, είτε θρησκευτικής έξαρσης. Αφροδισιακά για γέρους, δίνουν ένα πρόσκαιρο σφρίγος στην κοινωνία, για να σωριαστεί μόνον ευκολότερα κεραυνωμένη. Αυτοί οι «ποιητές» δεν έχουν τίποτα το κοινό με τη δημιουργική σκέψη των Επαναστατών του Έτους ΙΙ (1) ή της Ρωσίας του 1917 π.χ. ή των μυστικών ή των αιρετικών του Μεσαίωνα, γιατί ο προορισμός τους είναι να προκαλούν μια πλασματική έξαρση στη μάζα, ενώ εκείνοι οι επαναστάτες και οι μυστικοί ήταν προϊόν μιας αληθινής και βαθιάς συλλογικής έξαρσης που τα λόγια τους τη διερμήνευαν. Εκφράζανε, λοιπόν τη σκέψη και την ελπίδα ενός ολόκληρου λαού, διαποτισμένου από τον ίδιο μύθο ή εμψυχωμένου από την ίδια ορμή, ενώ η «ποίηση» προπαγάνδας πάει να δώσει λίγη ζωή σ' ένα μύθο, που ψυχορραγεί.
Πολιτικά τροπάρια, έχουν την ίδια δύναμη ν' αφιονίζουν, όπως και τα πρότυπά τους τα θρησκευτικά, που τη συντηρητική τους λειτουργία έχουν κατ' ευθείαν κληρονομήσει, γιατί αν η μυθική, η μετέπειτα μυστική, ποίηση δημιουργεί τη θεότητα, τα τροπάρια εκμεταλλεύονται αυτήν την ίδια τη θεότητα. Παρόμοια και ο επαναστάτης του Έτους ΙΙ και του 1917 δημιουργούσε τη νέα κοινωνία, ενώ ο σημερινός πατριώτης και ο σταλινικός επωφελούνται απ' αυτήν. Παραβάλλοντας τους επαναστάτες του Έτους ΙΙ και του 1917 με τους μυστικούς του Μεσαίωνα δε σημαίνει καθόλου πως τους βάζομε στο ίδιο επίπεδο, όμως προσπαθώντας να κατεβάσουν στη γη τον φανταστικό παράδεισο της θρησκείας οι πρώτοι, μας αποκαλύπτουν ψυχολογικές εξελίξεις ανάλογες με κείνες που ανακαλύπτομε στους δεύτερους. Ακόμα πρέπει να κάνομε διάκριση ανάμεσα στους μυστικούς που τείνουν παρά τη θέλησή τους στην εδραίωση του μύθου και προπαρασκευάζουν άθελά τους τους όρους που οδηγούν στο να καταλήξει θρησκευτικό δόγμα και στους αιρετικούς που ο πνευματικός και κοινωνικός τους ρόλος είναι πάντα επαναστατικός, γιατί γυρίζουν και ξανασυζητούν τις αρχές, πάνω στις οποίες στηρίζεται ο μύθος για να μουμιοποιηθεί μέσα στο δόγμα. Πράγματι, αν οι ορθόδοξος μυστικιστής (μα μπορούμε να μιλάμε για ορθόδοξο μυστικιστή;) διερμηνεύει κάποια σχετική υποταγή στα παραδεδομένα, ο αιρετικός, αντί γι' αυτό εκφράζει πάντα μιαν αντίθεση προς την κοινωνία όπου ζει.
Μόνο οι κληρικοί βλέπουν τα πράγματα με το ίδιο μάτι με τους σημερινούς αμύντορες της πατρίδας και του αρχηγού, γιατί έχουν τον ίδιο παρασιτικό ρόλο ως προς το μύθο. Μου φτάνει για παράδειγμα για τα παραπάνω ένας μικρός τόμος που εκδόθηκε τελευταία στο Rio-de-Janeiro: Η τιμή των Ποιητών (Honneur des poθtes), που περιέχει μια επιλογή από ποιήματα δημοσιευμένα παράνομα στο Παρίσι κατά τη ναζιστική κατοχή. Ούτ' ένα απ' αυτά τα ποιήματα δεν ξεπερνάει τη λυρική στάθμη της διαφήμισης φαρμάκων και δεν είναι τυχαίο το ότι αυτοί που τα έγραψαν νόμισαν χρέος τους, στη μεγάλη τους πλειονότητα, να ξαναγυρίσουν στην κλασσική ρίμα και στον κλασσικόν αλεξανδρινό στίχο. Η μορφή και το περιεχόμενο βρίσκονται αναγκαστικά σε στενότατη σχέση μεταξύ τους, επιδρώντας μέσα σ' αυτούς τους «στίχους» το ένα πάνω στο άλλο, σ' ένα φρενιασμένο αγώνα δρόμου προς τη χειρότερη αντίδραση. Έχει πράγματι σημασία το ότι τα πιο πολλά απ' αυτά τα κείμενα συνενώνουν σφιχτά το χριστιανισμό και τον εθνικισμό, λες και ήθελαν ν' αποδείξουν ότι δόγμα θρησκευτικό και δόγμα εθνικιστικό έχουν κοινή προέλευση και ταυτόσημη κοινωνική λειτουργία. Και ο τίτλος ακόμα της συλλογής, Honneur des poθtes, από την άποψη του περιεχομένου του, παίρνει ένα νόημα ξένο προς κάθε ποίηση. Τελικά η τιμή αυτών των «ποιητών» συνίσταται στο ότι έπαψαν να είναι ποιητές για να γίνουν διαφημιστές.
Στον Loys Masson το μείγμα θρησκεία-εθνικισμός περιέχει σε μεγαλύτερη αναλογία φιντεϊσμό και σε μικρότερη πατριωτισμό. Στην πραγματικότητα περιορίζεται να κεντάει πάνω στον κατηχισμό:
Χριστέ μου, κάμε να αντλήσει η προσευχή μου
δύναμη από τις βαθιές τις ρίζες.
Κάμε με άξιο του φωτός αυτού της γυναικός μου στο 
πλευρό μου
Να πάω χωρίς να τρέμω προς το λαό τούτον των 
αλυσίδων
που ως η Μαρία με την κόμη του τον λούζει.
Ξέρω πως πίσω από τους λόφους προχωρεί το πλατύ 
σου βήμα.
Ακούω τον Ιωσήφ τον από Αριμαθείας να συνθλίβει τα 
λιπόθυμα στάχια πάνω στον Τάφο.
Και το κλήμα να ψάλλει ανάμεσα στους τσακισμένους 
βραχίονες του ληστή του εσταυρωμένου.
Σε βλέπω: ως άγγιξε την ιτιά και την κληματαριά 
κάθησε η άνοιξη στ' αγκάθια του στεφάνου.
Φεγγοβολούν:
Ας σκιρτήσομε από λύτρωση, ας σκιρτήσομε 
ταξιδιώτες.
Ω! Ας περάσουν από μέσα μας κι ας μας κάνουνε 
στάχτη
αν είν' αυτός ο δρόμος τους προς τα δεσμά
Η δόση είναι σχεδόν ίσα και ίσα στον Pierre Emmanuel:
Ω Γαλλία, άραφε χιτώνα της Πίστεως,
που την ερύπαναν πόδια λιποταχτών και οι εμπτυσμοί.
Ω χιτώνα γλυκιάς ανάσας που την ξεσκίζει
η τρυφερή φωνή σκληρά των υβριστών
Ω χιτώνα από το αγνότερο λινάρι της Ελπίδας
Εσύ 'σαι πάντα το μοναδικό ρούχο εκείνων
που ξέρουν τι αξίζει νά 'σαι γυμνός ενώπιον του Θεού...
Συνηθισμένος στα «αμήν» και στα λιβανίσματα του Στάλιν, ο Aragon, δεν τα κατάφερε μολαταύτα τόσο καλά όσο οι προηγούμενοι να συνταιριάσει το Θεό και την πατρίδα. Ξαναβρίσκει τον πρώτο, αν μπορώ να το πω έτσι, «ξυστά» και κείνο που πετυχαίνει είναι ένα κείμενο που κάνει να κιτρινίζει από τη ζήλεια το συγγραφέα της γαλλικής ραδιοφωνικής κοινοτοπίας: «Έπιπλα με τη μάρκα Λεβιτάν μ' εγγύηση ποτέ δεν σπαν».
Είν' ο καιρός για τη μεγάλη αγωνία
Όταν ευαγγελίζεται στο Vaucouleurs η Ιωάννα
Ω! Κόψτε κομματάκια τη Γαλλία
Η μέρα μ' ένα τέτοιο φως ωχρό χυμένο
Ο βασιλιάς των θλίψεών μου παραμένω.
Όμως, ο Paul Eluard, ο μόνος που υπήρξε ποιητής απ' όλους αυτούς που έχει μέσα η ανθολογία, είναι εκείνος στον οποίο οφείλομε το πιο ολοκληρωμένο πολιτικό τροπάριο:
Στο λιχούδικο το τρυφερό σκυλί μου
Στα σηκωτά του αυτιά
Στ' αδέξιο πόδι του
Γράφω τ' όνομά σου.
Στον τσίγκο της πόρτας μου
Στου σπιτιού μου τ' αντικείμενα
Στο κύμα της ευλογημένης φωτιάς
Γράφω τ' όνομά σου...
Εδώ, παρεμπιπτόντως, μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι η μορφή τροπαρίου ταιριάζει στα πιο πολλά απ' αυτά τα ποιήματα, χωρίς άλλο εξαιτίας της ιδέας της ποίησης και της θρηνωδίας, με την οποία συνάπτεται, και της διάστροφης ροπής προς την ηδονή του πόνου, που η χριστιανική υμνολογία προσπαθεί να εμβάλλει στον άνθρωπο, για να γίνει άξιος της βασιλείας των ουρανών. Ακόμα και ο Aragon και ο Eluard άλλοτε άθεοι, θεωρούν υποχρεωμένον τον εαυτό τους, ο ένας να επικαλείται στα έργα του τους «αγίους και τους προφήτες», τον «τάφο του Λαζάρου», κι ο άλλος να προσφεύγει στην υμνογραφία, χωρίς άλλο για να συμμορφωθεί προς το περιβόητο σύνθημα: «οι κληρικοί μαζί μας».
Στην πραγματικότητα όλοι οι ποιητές αυτού του βιβλίου ξεκινούν χωρίς να τ' ομολογούν ούτε και στον εαυτό τους, από μιαν εσφαλμένη ιδέα του Guillaume Apollinaire, που την κάνουν ακόμα χειρότερη. Ο Apollinaire ήθελε να θεωρεί τον πόλεμο σαν ένα θέμα ποιητικό. Όμως, αν ο πόλεμος, ως μάχη και απαλλαγμένος από κάθε πνεύμα εθνικισμού, μπορεί, έστω, να παραμένει θέμα ποιητικό, δεν είναι το ίδιο και για ένα εθνικιστικό σύνθημα, ακόμα και αν το έθνος, όπως η Γαλλία, είναι κάτω από την άγρια καταπίεση των ναζί. Το διώξιμο του καταπιεστή και η προπαγάνδα μ' αυτό το νόημα ανήκουν στη δικαιοδοσία της πολιτικής, κοινωνικής και στρατιωτικής δράσης, σύμφωνα με το αν αντιμετωπίζει κανείς αυτό το διώξιμο με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Εν πάση περιπτώσει, η ποίηση δεν έχει άλλο τρόπο να παρέμβει στη διαμάχη παρά μονάχα με τη δράση που προσιδιάζει σ' αυτήν, με την ίδια τη δική της πολιτισμική σημασία. Αφήνει τους ποιητές να λάβουν μέρος ως επαναστάτες στην εκμηδένιση του ναζί εχθρού, με επαναστατικές μεθόδους, χωρίς ποτέ να ξεχνούν ότι αυτή η τυραννία ανταποκρινόταν στην ευχή, φανερή ή κρυφή, όλων των εχθρών πρώτα πρώτα των δικών μας, έπειτα των ξένων της ποίησης, θεωρούμενης ως καθολικής απελευθέρωσης του ανθρώπινου πνεύματος, γιατί, για να παραφράσομε τον Marx, η ποίηση δεν έχει πατρίδα, αφού είναι όλων των καιρών και όλων των τόπων.
Θα είχαμε πολλά να πούμε ακόμα για την ελευθερία, που τόσο την επικαλούνται σ' αυτές τις σελίδες. Πρώτα πρώτα, για ποια ελευθερία πρόκειται; Για την ελευθερία για λίγους να καταπιέζουν το σύνολο των ανθρώπων, ή για την ελευθερία αυτών των ανθρώπων να συνετίσουν τους λίγους προνομιούχους; Την ελευθερία για τους πιστούς να επιβάλλουν το θεό τους και την ηθική τους πάνω σ' ολάκερη την κοινωνία, ή για την ελευθερία γι' αυτήν την κοινωνία να απορρίψει το θεό, τη φιλοσοφία του και την ηθική του; η ελευθερία είναι σα μια «αέρινη επίκληση» έλεγε ο Andrι Breton, και για να εκπληρώσει το ρόλο της αυτή η «αέρινη επίκληση» πρέπει πρώτα πρώτα να πετάξει όλα τα μιάσματα του παρελθόντος, που μολύνουν αυτό το βιβλίο. Όσο τα κακά πνεύματα της θρησκείας και της πατρίδας θα αλωνίζουν μέσα στο χώρο της κοινωνίας και του πνεύματος, οποιαδήποτε μεταμφίεση κι αν έχουν δανειστεί, καμιά ελευθερία δε θα είναι νοητή. Πρέπει πρώτα πρώτα να διωχτούν, για να 'ρθει η ελευθερία. Αυτό είναι όρος θεμελιώδης. Κάθε «ποίημα» που εξαίρει μια «ελευθερία» θεληματικά απροσδιόριστη, και αν ακόμα δεν είναι στολισμένη με θρησκευτικά ή εθνικιστικά γνωρίσματα, πρώτα, παύει να είναι ποίημα, και ύστερα, γίνεται εμπόδιο στην καθολική απελευθέρωση του ανθρώπου, γιατί τον παραπλανά, δείχνοντάς του μια «ελευθερία» που καλύπτει καινούργιες αλυσίδες. Αντίθετα, από κάθε αυθεντικό ποίημα βγαίνει μια πνοή ακέραιας και δρώσας ελευθερίας, κι αν ακόμα δε γίνεται επίκληση αυτής της ελευθερίας με την πολιτική ή κοινωνική μορφή της, και, γι' αυτό, συμβάλλει στην πραγματική απελευθέρωση του ανθρώπου.
Μεξικό, Φεβρουάριος 1945
Μετάφραση: Μανόλη Λαμπρίδη
(1)     Εννοεί τη χρονολογία της Γαλλ. Επαναστάσεως (Σ.τ.μ.)
 

Δευτέρα, Μαρτίου 14, 2016

ΚΛΗΔΟΝΑΣ, ΤΕΥΧΟΣ 6, ΜΑΙΟΣ 2015

ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ ΚΙ ΟΙ ΠΑΡΥΦΕΣ ΤΟΥ...

Οι ονειρικές αξίες έχουν μια για πάντα διαδεχθεί τις άλλες, και απαιτώ να θεωρείται ηλίθιος όποιος ακόμα αρνείται, για παράδειγμα, να δει ένα άλογο να καλπάζει πάνω σε μια ντομάτα. Μια ντομάτα είναι, επίσης, το μπαλόνι ενός παιδιού – αφού ο Υπερρεαλισμός, επαναλαμβάνω, έχει καταργήσει τη λέξη “σαν”. Το άλογο ετοιμάζεται να γίνει σύννεφο, κλπ.
André Breton

---------------------------------------------------------------------------------

Τα όνειρα δεν είναι λογοτεχνία. Εξίσου με την ερμηνεία, ή ακόμα και πριν από αυτήν, απαιτούν τη χρήση τους. Μεταφέρουν μια ποσότητα ενέργειας σε εικόνες. Τα όνειρα τρομαχτικού φόβου και άγχους είναι ισχυρότερα γιατί πιθανότατα μεταφέρουν μεγαλύτερες ποσότητες ενέργειας. Χρήση του ονείρου σημαίνει αποθήκευση της ονειρικής ενέργειας (ενέργεια που έχει συνήθως τη μορφή ενός ισχυρού μόνιμου αλλά απροσδιόριστου συναισθήματος) και μεταφορά της στον ξύπνιο. Η εγρήγορση πρέπει να κατακλυστεί από το αίσθημα αινίγματος του ονειρικού βιώματος. Πρέπει να επιδιώκουμε την αποθήκευση, μεταφορά και συντήρηση της μεγαλύτερης δυνατής ονειρικής ενέργειας προς τον ξύπνιο με τα μέσα που διαθέτουμε κάθε φορά.
(Η καταγραφή δεν είναι πάντοτε η καλύτερη επιλογή, κρίνεται ακατάλληλη όταν δίνεται εξαιρετικά μεγάλη προσοχή στη γλώσσα. Όπως στο όνειρο αξιοποιήθηκαν υλικά της εμπειρίας της εγρήγορσης, έτσι και στην αντίστροφη πορεία μπορούν να χρησιμοποιηθούν υλικά του ονείρου, όχι απαραίτητα με σκοπό την αφηγηματική ή περιγραφική αναπαράστασή του. Τα υλικά απλώς βρέθηκαν πρόχειρα εκείνη τη στιγμή προς χρήση, δεν έχουν πρωτεύουσα αξία, η δύναμή τους οφείλεται στην ενέργεια με την οποίαν εμποτίστηκαν).
Αυτή η μεθοδική και αβίαστη μεταφορά ονειρικής ενέργειας στον ξύπνιο δεν έχει άλλο στόχο ―κατ’ αρχάς― παρά την αποκατάσταση της αμφίδρομης ροής βιώματος μεταξύ ξύπνιου και ύπνου. Οπότε: τα σημαίνοντα θα ξαναλάμψουν σαν πρωτόπλαστα, αφού πρώτα ξεπλυθούν από τους ρύπους των νεκρών σημαινομένων. Στόχος είναι η παλινόρθωση της Σφίγγας στο βάθρο της ημέρας.
Γιάννης Ξούριας
 

---------------------------------------

ΤΟ ΜΟΝΑΔΙΚΟ ΟΝΕΙΡΟ
ΕΙΝΑΙ AKOMH
Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ
ΤΗΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ


Ηλίας Μέλιος

----------------------------------------------

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ:
Υπερρεαλιστική Ομάδα Αθήνας: Προλεγόμενα στις παρυφές του ονείρου
Γιάννης Ξούριας: Τα όνειρα δεν είναι λογοτεχνία
Hervey de Saint-Denys: Τα όνειρα και τα μέσα κατεύθυνσής τους
Andre Breton: Είσοδος των μέντιουμ
Renee Gauthier: Όνειρο
Krisoffer Flammarion: Στατιστικά περί των ονείρων της Ανταρκτικής
Michael Lowy: Όνειρο με τον Benjamin Peret
M. & R. Vandelaar: Αφορισμοί περί ψυχικής υγιεινής
Joyce Mansour: Ποιήματα
M. Van Hirtum: Διάλογος μεταξύ Κροκόδειλου και Ήλιου
Σωτήρης Λιόντος: Vanitas Vanitatum
Γιάννης Ξούριας: Ξεκινάμε για Μαδρίτη
Νίκος Σταμπάκης: Το διαυγές όνειρο της οθόνης
Βαγγέλης Κούταλης: Μέσα στο σκοτάδι του παρόντος
Βαγγέλης Κούταλης: Τα ένσημα του Αλλοκοσμίτη
SLAG: Δέκα όνειρα
Γιάννης Ξούριας: Μα χρειάζεται η μεγαλοφυΐα σας marketing?
Θεώνη Ταμπάκη: Μεταξύ ύπνου και ξύπνιου
Ηλίας Μέλιος: Μνήμη
Ηλίας Μέλιος: Όνειρο θα 'ναι και θα 'ρθει
Γιάννης Γκολφινόπουλος: Ανελκυστήρι
Νίκος Σταμπάκης: Συναντήσεις με αξιοσημείωτους ανθρώπους
Όνειρο από όνειρα (συλλογικός πειραματισμός)
Αλεξάνδρα Χαλκιά: Σημεία σύγκλισης
Κώστας Ρεούσης: η επικόλληση της αυτόματης γραφής
Ηλίας Μέλιος: Το μοναδικό όνειρο είναι ακόμη

ΚΛΗΔΟΝΑΣ
Περιοδική έκδοση της  ΥΠΕΡΡΕΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΟΜΑΔΑΣ ΑΘΗΝΑΣ
Κεντρική Διάθεση: Εκδόσεις Φαρφουλάς, Μαυρομιχάλη 18, 10680, 
Αθήνα Τηλ. 2111845583

 

Δευτέρα, Ιουνίου 08, 2015

Εκδήλωση-παρουσίαση της Υπερρεαλιστικής Ομάδας Αθήνας στην Κατάληψη Ανάληψης


Την Πέμπτη 11 Ιούνη, στις 18:30, θα γίνει παρουσίαση της Υπερρεαλιστικής Ομάδας Αθήνας και συζήτηση με θέμα "Το σουρρεαλιστικό κίνημα σήμερα στην Ελλάδα και το εξωτερικό" στην Κατάληψη Ανάληψης (Βύρωνας), στα πλαίσια του Κατ.Ανα. festival.

Πρόσβαση: 732 (9η Φορμίωνος), 203, 204, τρόλεϊ 11 (Στάση Αγορά).