Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διακηρύξεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διακηρύξεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη, Νοεμβρίου 10, 2009

Διεθνής Διακήρυξη Σουρρεαλιστών/τριών για τους προφυλακισμένους Σέρβους αναρχοσυνδικαλιστές

Θέλουμε, απ’ αυτή τη θέση, να διακηρύξουμε την αμέριστη συμπαράστασή μας στους πέντε Σέρβους αναρχοσυνδικαλιστές που έχουν προφυλακιστεί από τις 4 του Σεπτέμβρη, αντιμετωπίζοντας την κατηγορία της «διεθνούς τρομοκρατίας». Οι Tadej Kurep, Ivan Vulović, Sanja Dojkić, Ratibor Trivunac και Nikola Mitrović, μέλη της Sindikalna konfederacija Anarho-sindikalistička inicijativa (ASI), συνελήφθησαν μερικές μέρες μετά από μιαν άμεση δράση αλληλεγγύης προς τον αγωνιστή, και τότε απεργό πείνας, Θοδωρή Ηλιόπουλο. Στο στόχαστρο αυτής της δράσης είχε βρεθεί η ελληνική πρεσβεία στο Βελιγράδι.
Οι σερβικές αρχές χρησιμοποίησαν τις μικρές ζημιές που προκλήθηκαν στο κτίριο της ελληνικής πρεσβείας ως πρόσχημα για να επιδείξουν τις κατασταλτικές τους αρετές, βαφτίζοντας «τρομοκράτες» τα μέλη της ASI και θέτοντάς τα υπό κράτηση χωρίς να υπάρχουν σοβαρά στοιχεία τα οποία να αποδεικνύουν την εμπλοκή τους σε αυτό το, ούτως καλούμενο, έγκλημα της φθοράς της πρόσοψης ενός κτιρίου. Δεν είναι, ασφαλώς, η αισθητική του κτιρίου αυτό που απασχολεί τη σερβική αστυνομία∙ ούτε ο συμβολισμός, ως τέτοιος, μιας επίθεσης στην πρεσβεία ενός άλλου κράτους: ο πραγματικός αντίκτυπος της διεθνούς αλληλεγγύης και της ριζοσπαστικής πολιτικής δράσης, της προσανατολισμένης στην κοινωνική χειραφέτηση, να τι τους εξωθεί να παραβιάσουν τα όρια της υποτιθέμενης δημοκρατίας τους, στέλνοντας αγωνιστές στη φυλακή, με διαδικασίες που θυμίζουν μια κακόγουστη φάρσα.
Ο Ratibor Trivunac, ένας από τους κατηγορούμενους, είναι φίλος του διεθνούς σουρρεαλιστικού κινήματος. Ο σουρρεαλισμός, όμως, δεν αποτελεί μια κλειστή λέσχη προσωπικών γνωριμιών, για τους ίδιους λόγους που δεν περιορίστηκε ποτέ και στις απλές αισθητικές συγγένειες. Θεωρούμε αδέλφια μας και τους πέντε αυτούς Σέρβους αγωνιστές (και του έκτου, Ivan Savic, που συνελήφθη κάποιες μέρες αργότερα) επειδή μοιραζόμαστε το σκοπό τους, την επιλογή τους να ζήσουν και να παλέψουν για μιαν άλλη, χειραφετημένη ζωή. Όταν ένα κράτος απλώνει τα καταπιεστικά του χέρια σε έναν/μία από εμάς, πρέπει όλοι και όλες να νιώσουμε την απειλή στην ελευθερία μας, πρέπει όλοι και όλες να σταθούμε μαζί με εκείνους που διακινδυνεύουν τις βασικές ελευθερίες τους επειδή είναι αποφασισμένοι να αγωνιστούν, εδώ και τώρα, για την πραγματική καθολική ελευθερία.
Απαιτούμε την άμεση απελευθέρωση των πέντε συντρόφων και φίλων μας!
Το πάθος για τη λευτεριά είναι δυνατότερο απ’ όλα τα κελιά σας!

Υπερρεαλιστική Ομάδα Αθήνας:
Γρηγόρης Αποστολίδης, Γιάννης Γκολφινόπουλος, Μανώλης Δάσκαλος, Διαμαντής Καράβολας, Βαγγέλης Κούταλης, Σωτήρης Λιόντος, Ηλίας Μέλιος, Λευκή Μοσσού, Μαριάννα Ξανθοπούλου, Γιάννης Ξούριας, Μάκης Περδικομάτης, Νίκος Σταμπάκης, Θεώνη Ταμπάκη, Αλεξάνδρα Χαλκιά.

Λευκωσία: Κώστας Ρεούσης.

Leeds Surrealist Group:
Gareth Brown, Stephen J. Clark, Kenneth Cox, Luke Dominey, Jan Drabble, Bill Howe, Caroline Jeffs, Sarah Metcalf, Mike Peters, Peter Overton, Martin Trippett.

Surrealist London Action Group (SLAG):
Paul Cowdell, Merl Fluin, Aniano Henrique, Patrick Hourihan.

Grupo Surrealista de Madrid:
José Arias Taboada, Eugenio Castro, Manuel Crespo, Javier Gálvez, Jesús García Rodríguez, Vicente Gutiérrez Escudero, Bruno Jacobs, Lurdes Martínez, Julio Monteverde, Noé Ortega, Antonio Ramírez, José Manuel Rojo, María Santana y Ángel Zapata.
και οι φίλοι της ομάδας:
Sonia Ayerra, Rag Cuter, Andrés Devesa, Jesús González Gómez, Paul Hammond, Inés Mendoza, Emilio Santiago, Leticia Vera and the Anarchist Group Al Margen.

Groupe Surréaliste de Montréal:
Jean-Maurice Brouillet, Dominic Tétrault.

Le Groupe de Paris du mouvement surréaliste:
Michèle Bachelet, Alfredo Fernandes, Jean-Pierre Guillon, Michaël Löwy, Marie-Dominique Massoni, Dominique Paul, Michel Zimbacca.

La Vertèbre et le Rossignol (ville de Québec):
Enrique Lechuga, David Nadeau.

εκ μέρους της Grupo Surrealista del Río de la Plata/Buenos Aires-Montevideo:
Juan Carlos Otaño.

εκ μέρους της Skupina Českých a Slovenských Surrealistů:
Frantisek Dryje, Katerina Pinosova, Bertrand Schmitt, Bruno Solarik.

Surrealistgruppen i Stockholm, Johannes Bergmark.

Sürrealist Eylem Türkiye

Surrealist Movement in U.S.A.:
Chicago Surrealist Group: Penelope Rosemont, Paul Garon, Beth Garon, Gale Ahrens, David Roediger, Joseph Jablonski, Joel Williams, Jan Hathaway, Irene Plazewski, Janina Ciezadlo, Renay Kirkman, Tamara L. Smith.

Portland: Brandon Freels, M.K. Shibek.

The St. Louis Surrealist Group:
Richard Burke, Susan Burke, Andrew Torch, M. M. Morose.

Eric Bragg (www.surrealcoconut.com)

Τετάρτη, Μαΐου 25, 2005

ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΤΗΣ ΥΠΕΡΡΕΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΟΜΑΔΑΣ ΑΘΗΝΩΝ

Τι είναι ο υπερρεαλισμός; Το ερώτημα αυτό επανέρχεται, ογδόντα και πλέον χρόνια από την αρχική του διατύπωση, για να καταστήσει σαφές εκείνο που θα έπρεπε να είναι ήδη αυτονόητο, προφανές και σε μεγάλο βαθμό κοινό κτήμα της ανθρωπότητας, στην μακρά πορεία της προς την πνευματική απελευθέρωση και την κοινωνική χειραφέτηση.

Κατ’ αρχάς είναι απαραίτητο να τονισθεί ότι ο υπερρεαλισμός δεν είναι απλώς ένα λογοτεχνικό και καλλιτεχνικό κίνημα της πρωτοπορίας, με συγκεκριμένη ημερομηνία έναρξης και λήξης όπως τον παρουσιάζουν οι εγκυκλοπαίδειες, τα λεξικά και οι ιστορίες της τέχνης και της λογοτεχνίας. Αποτελεί την συνειδητοποίηση και απόπειρα ολικής έκφρασης ενός προτάγματος που οι πρώιμοι σπινθήρες του διαύγασαν τον νυχτερινό ουρανό του νεότερου κόσμου σχηματίζοντας το μονόγραμμα μιας υπόσχεσης που ακόμη και αν η μοίρα της είναι να παραμείνει ανεκπλήρωτη—αλλά ποιος μπορεί να το πει αυτό, πριν προφερθεί η τελευταία μας λέξη;—δεν είναι λιγότερο αισθητή η επιθυμία προσέγγισης της πηγής της, εναρμονισμού με την προοπτική της.

Ως ανάγκη του ανθρώπου, ο υπερρεαλισμός δεν είναι ούτε περιορισμένος σε στενά χωρικά, κοινωνικά και ιστορικά πλαίσια, αλλά ούτε και άχρονος. Αν οι ρίζες του φθάνουν πολύ μακριά, αν συστηματοποιεί ένα πλέγμα σημάτων που φαίνονταν να αναπτύσσονται αυτόνομα και τυφλά, χωρίς συνείδηση της βαθιάς τους συνάφειας, και αν οι εκφάνσεις του αγγίζουν ακόμη φευγαλέα όσους εμποδίζονται να τον αναγνωρίσουν και να τον ονομάσουν, δεν υπήρξε λιγότερο υπαρκτή η απόφαση ίδρυσής του, ούτε και άμοιρη επιρροών από τους κραδασμούς που διαπερνούσαν τότε τον πνευματικό και κοινωνικό ορίζοντα. Και αν αναδύθηκε μες από το κλίμα μιας σειράς “σχολών” ή πρωτοποριακών κινήσεων, δεν είχε καμία ψευδαίσθηση για την όποια σύγκλισή του με αυτές. Το ιστορικό πλαίσιο της πρώιμης έκφρασής του παρέσχε τις συνθήκες συνειδητοποίησης ενός δυναμικού που μόνη η διοχέτευσή του στο σύνολο της ανθρώπινης ύπαρξης ήταν σε θέση να αξιοποιήσει.

Ο υπερρεαλισμός έτσι βρίσκεται εντός της ιστορίας, αλλά όχι με την έννοια μιας στιγμής στην εξέλιξη των τρόπων με τους οποίους εκλαμβάνεται και λειτουργεί η τέχνη. Αυτό σημαίνει ότι το “τέλος” του, ως κινήματος, δεν εγγυάται καμιά επιβίωση της όποιας κληρονομιάς του σε μια συνεχιζόμενη επ’ αόριστον ευρύτερη “πρωτοπορία”, αφού η τελευταία αυτή, όντας μια σύλληψη αδιανόητη έξω από τις συνθήκες που την παρήγαγαν και τους περιορισμούς που συνεπάγονται αυτές, αδυνατεί να εγγυηθεί την αναγκαιότητά της σε έναν κόσμο που αλλάζει χωρίς να καταπνίγει την επιθυμία που εξακολουθεί να υποδαυλίζει το υπερρεαλιστικό πρόταγμα. Ένα τέτοιο “τέλος” δεν μπορεί εξ άλλου να αντιμετωπισθεί (όπως υποστηρίχθηκε κάποτε) ως αναπόφευκτη ολοκλήρωση ενός κύκλου στην ευρύτερη πορεία ενός “αιώνιου” υπερρεαλισμού, γιατί η μόνη δυνατή μοίρα μιας κίνησης που συγκέντρωσε τις υπάρχουσες δονήσεις σε μια πρωτόγνωρη δέσμη δυνάμεων είναι να τις διασκορπίσει οριστικά με την διακοπή της, αδιάφορη για την όποια αιωνιότητα. Υπάρχουν μόνο δύο επιλογές: ή ο υπερρεαλισμός παραμένει έτοιμος όσο πάντοτε να αναγνωρίσει το τέλος του μόνο σε μια κίνηση πιο ρηξικέλευθη, που υπερβαίνει την δική του εμβέλεια, ή επιλέγεται η απόρριψη των ίδιων του των προοπτικών, ως “ιστορικά παρωχημένων”. Όμως η ολική παραίτηση, η ακινησία των ιδεών και των αισθήσεων που συνεπάγεται μια τέτοια πεποίθηση θα αποτελούσε μια ακατανόητη επιλογή για όποιον έχει βιώσει την ακατάπαυτη μεταλλαγή των επιθυμιών του στο μήκος ενός μίτου που ξετυλίγεται στους πιο δαιδαλώδεις σχηματισμούς, κι ωστόσο ακούει ακόμη στο ίδιο όνομα.



Αντιθέτως από ό,τι θα πιστεύαμε αν δίναμε σημασία σε έναν βολικό για κάποιους κοινό τόπο, ο υπερρεαλισμός δεν αποτελεί μία απόπειρα φυγής από την πραγματικότητα ή απόδρασης από την καθημερινότητα, δεν ανάγει τα πάντα στο παράλογο, ούτε τείνει προς την διάλυση και τον κατακερματισμό κάθε γνωστικού αντικειμένου, αλλά ούτε και είναι μία τάση που επιδιώκει να αναγάγει τα ετερόκλητα γνωρίσματά της σε μια στατική κατάσταση φαινομενικής ομοιομορφίας. Αποτελεί μια συγκροτημένη θεωρία εποπτικότερης θέασης και ερμηνείας του κόσμου. Αντιπροσωπεύει έναν ιδιαίτερο τρόπο σύλληψης, κατανόησης και διαπραγμάτευσης των εκδηλώσεων της ζωής, που δίνει έμφαση σε ένα πλήθος από υποβαθμισμένα ή συκοφαντημένα χαρακτηριστικά της ανθρώπινης νόησης, σε μια προσπάθεια ανασύνθεσης της διασκορπισμένης και αλλοτριωμένης ανθρώπινης συνείδησης.

Ο υπερρεαλισμός είναι ένας ολόκληρος τρόπος σκέψης και αντίληψης της φύσης αυτού που ονομάζουμε ζωή σε όλο της το φάσμα, αλλά και μια ιδιαίτερη στάση απέναντι στα φαινόμενα που απαρτίζουν τον κόσμο, έχοντας ως κύρια επιδίωξη την ριζική αλλαγή της οπτικής με την οποία οι άνθρωποι βλέπουν την ζωή και την πραγματικότητα, καθώς και την ανάδειξη της πολυδιάστατης υπόστασής τους. Επιδεικνύοντας απόλυτη εμπιστοσύνη στις αυτοσχέδιες εμπνεύσεις της στιγμής, στην ακατανίκητη παρόρμηση της ενδοσκόπησης και της ανάκλησης απωθημένων σκέψεων, επιθυμιών και συναισθημάτων από το ασυνείδητο, στον λεκτικό αυτοματισμό, την γλωσσική παραφορά, την διανοητική αυθορμησία και την εγκατάλειψη στα αναπάντεχα ευρήματα της τυχαιότητας, ο υπερρεαλισμός παρακινεί τον άνθρωπο να αποδεσμεύσει το πνεύμα του από ηθικές προκαταλήψεις και κοινωνικές δεσμεύσεις, ώστε να διευρύνει τους ορίζοντες της αντιληπτικότητάς του, μεταβάλλοντας εξ ολοκλήρου τους όρους διαβίωσής του στο άμεσο κοινωνικό του περιβάλλον.

Ο υπερρεαλισμός αποσκοπεί σε μια ολική σύνθεση των συστατικών και των αντινομιών της πραγματικότητας, σε ισότιμη βάση και συνεχή διαλεκτική αλληλεπίδραση, μέσω της διαρκούς εναλλαγής κυρίαρχων και παθητικών ρόλων κάθε μορφής εκδήλωσής τους, καθώς και μέσω της προβολής αφανών και παραμελημένων τομέων του ανθρώπινου φαντασιακού και της αυτούσιας και αμεταμφίεστης προβολής τους στην επιφάνεια της συνείδησης. Αποτελεί μια αέναη διαδικασία αναζήτησης διεξόδων προς νέες νοητικές αναλογίες και πρωτόγνωρες προοπτικές, προς μια συστηματοποίηση του ανθρώπινου ψυχισμού που να εμπεριέχει τις λεγόμενες ανορθολογικές συνιστώσες του, χωρίς κάτι τέτοιο να συνεπάγεται την εγκαθίδρυση ενός συγκεκριμένου “ανορθολογικού” σχήματος στο επίκεντρο κάθε δράσης και θέασης. Ο προσδιορισμός εξ άλλου αυτών των συνιστωσών σε συνάρτηση με έναν κάποιον υποτιθέμενο σταθεροποιητικό μηχανισμό που επιβάλλει την εξολόθρευση ή σκιώδη επιβίωσή τους υπαινίσσεται μια άλυτη αντίθεση που ο υπερρεαλισμός ανάγει σε δυναμική, χωρίς ποτέ να την μετατρέπει σε ουδέτερη συνύπαρξη.

Ο υπερρεαλισμός μάς παρακινεί να εκμεταλλευθούμε στο έπακρο την ικανότητα που διαθέτουμε να υπερβαίνουμε τις εγγενείς μας αντιφάσεις αναγνωρίζοντας την μαγνητική συγγένεια των επιμέρους στοιχείων τους. Καταγγέλλει την επιβίωσή μας μέσα σε μια επίφαση ζωής ως ανολοκλήρωτοι άνθρωποι, αδύναμοι απέναντι σε όλα, απογυμνωμένοι από την δυνατότητα επινόησης νέων μύθων και ανυποψίαστοι για τις απολαύσεις που δεν τολμούμε να βιώσουμε, φοβούμενοι να τις αποφυλακίσουμε από τα ενδότερα της συνείδησής μας, γιατί δεν γνωρίζουμε πού είναι ικανές να μας οδηγήσουν. Κι όμως, το κλειδί που ανοίγει διάπλατα τις θύρες των υπερρεαλιστικών πεδίων βρίσκεται μέσα στον καθένα μας και η διαχείρισή του δεν απαιτεί να γνωρίζουμε τις οδηγίες χρήσεως.



Ο υπερρεαλισμός δεν είναι μια λογοτεχνική ή καλλιτεχνική τεχνοτροπία που προσπαθεί να πρωτοτυπήσει ή να εντυπωσιάσει βασιζόμενη στο αλλόκοτο και στο εξωπραγματικό. Αν τοποθετείται, ύποπτα, στο επίπεδο της αισθητικής έκφρασης, αυτό συμβαίνει γιατί εντοπίζει και αναδεικνύει εν τη γενέσει του το φαντασιακό δυναμικό που, έξω από εκείνον, αποκόβεται από την σχέση του με το ψυχικό και κοινωνικό γίγνεσθαι και διοχετεύεται σε έναν τομέα αλλοτριωμένο και αυτόνομο. Ο υπερρεαλισμός ωστόσο είναι η τοποθέτηση, σε ένα ολοκληρωμένο σύστημα αξιών, της εγγενούς ανάγκης του ανθρώπου να εκφράζεται όσο το δυνατόν πιο ελεύθερα, έξω από τις κοινωνικές, ηθικές και ιδεολογικές αρχές και τα ασφυκτικά πλαίσια που καθορίζει η κυρίαρχη ιδεολογία κάθε εποχής, ιδεολογία που επιδιώκει να επιβάλλει την έννοια κάποιων “μοντέλων” στην σκέψη και στον λόγο, και ορισμένων επιτρεπτών ορίων στην έκφρασή τους για λόγους καθαρά εξουσιαστικούς.

Ο υπερρεαλισμός επενδύει στην απελευθερωτική δύναμη της γλώσσας, από την ιδιαίτερη χρήση της οποίας εκτιμά ότι μπορεί να προκύψει μία γενικευμένη πρόταση αυτογνωσίας μέσω της άμεσης και αμεταμφίεστης καταγραφής εντυπώσεων, ερεθισμάτων, παρορμήσεων και επιθυμιών κάθε είδους, προέλευσης και μορφής, με οποιονδήποτε τρόπο αυτές απορρέουν ή εκμαιεύονται, αξιοποιώντας για τον σκοπό αυτό όλα ανεξαιρέτως τα νοητικά δεδομένα και τις ικανότητες που ο καθένας διαθέτει και οι οποίες, άπαξ ανιχνευθούν και καταγραφούν, αποτελούν άμεσες αποδείξεις ύπαρξης αυτοτελών πραγματικοτήτων από τις οποίες προήλθαν ή τις οποίες εκφράζουν, χωρίς την επέμβαση της ορθολογικής διαδικασίας της εξήγησης, της ερμηνείας, της αξιολόγησης ή της δικαιολόγησης της παρουσίας τους. Διαμέσου αυτής της πορείας αυτογνωσίας, είμαστε σε θέση να οδηγηθούμε προς μια νέα κατανόηση της έννοιας και του περιεχομένου της ανθρώπινης ελευθερίας, δίδοντάς της το πλέον ριζοσπαστικό περιεχόμενο, και θεωρώντας την όχι ως κάποιο ιδανικό προβεβλημένο στατικά σε ένα απώτατο μέλλον, αλλά ως μια διαρκή διακύβευση, ένα ζήτημα ζωτικής σημασίας, άμεσα αισθητό στα σήματα της καθημερινής εμπειρίας, πάντοτε πρόσφορο στην διεκδίκηση και ικανό να μας οδηγήσει σε έναν επαναπροσδιορισμό του ανθρώπινου πεπρωμένου.

Ο μύθος—βασική σταθερά στον υπερρεαλισμό—εμφανίζεται εδώ απαλλαγμένος από μεταφυσικές παραμέτρους, χωρίς οι συνθήκες διαμόρφωσης αυτών των τελευταίων να παραγνωρίζονται. Ο υπερρεαλισμός συνειδητοποιεί απόλυτα ότι ο πόθος που τον διαπερνά έχει την εκρηκτική ιδιότητα της διαρκούς επίκλησης των αντιθέσεων που είναι εγγενείς στην ανθρώπινη κατάσταση όπως την βιώνουμε. Αν η αποξένωση του ανθρώπου από τον κόσμο αντανακλάται στα συστατικά στοιχεία της εσωτερικής του κοσμογραφίας, ο υπερρεαλισμός ενεργοποιεί την επαναστατική νοσταλγία, την αέναη αναζήτηση των χαμένων κλειδιών που θα επανέφεραν την ισορροπία, χωρίς να καταφεύγει στο άλλοθι της προσμονής μιας εξωκοσμικής κατάλυσης των διαφορών. Ο υπερρεαλιστικός μύθος είναι ανοιχτός ακριβώς γιατί αναπτύσσει, μέσα από άπειρους προσανατολισμούς στο “δάσος των ενδείξεων”, μια πορεία που κατευθύνεται από την μέθη της δυνατότητας, τον χλευασμό της “ευθείας οδού”, και που η αβεβαιότητα της έκβασής της παρατείνει τον πόθο της συνέχισής της. Και αν η σκιά της αρνητικότητας παραμονεύει σε κάθε στροφή, αν η πορεία διανθίζεται από ένα γέλιο που το περίγραμμά του είναι αιμάτινο, αυτές είναι οι εγγυήσεις που έχουμε για το ότι ο δρόμος που πήραμε απέχει πολύ από το να είναι ο ασφαλέστερος.



Όταν ως ατομικές οντότητες φθάσουμε στο σημείο να αποδεχόμαστε και να συσχετίζουμε άμεσα και αβίαστα τις υπερρεαλιστικές εκδηλώσεις των αντιληπτών φαινομένων και να τις εντάσσουμε με φυσικό τρόπο στην καθημερινή μας ζωή, αλλά και όταν κατορθώσουμε να αναγνωρίσουμε την αξία της ασυνείδητης λειτουργίας της ατομικής μας ύπαρξης και των ευρημάτων της αντικειμενικής συγκυρίας, που υποδαυλίζουν τον πόθο και τον διοχετεύουν σε κάθε τομέα δραστηριότητάς μας, τότε ο υπερρεαλισμός ως τρόπος σκέψης και δράσης, μπορεί να καταστεί ένα θεμελιώδες βίωμα του ανθρώπου και να εγγραφεί στην ζωή του ως μία και μοναδική, απόλυτη και πολυδιάστατη πραγματικότητα.

Η μελέτη και ανάλυση των ονειρικών φαινομένων, και οι οραματικές αναλαμπές της βέβηλης φαντασίας, που διευρύνουν τις προοπτικές και πολλαπλασιάζουν τις πιθανότητες εφαρμογής στην πράξη των βαθύτερων επιθυμιών μας, αλλά και η δι-υποκειμενική επικοινωνία των ερωτευμένων όντων, διατηρούμενη σε κατάσταση αγνού αυθορμητισμού κατά την αναζήτηση του “θαυμαστού” σε κάθε εκδήλωση της εξελικτικής πορείας της, καταργεί τους φραγμούς τόσο ανάμεσα στις διαφορετικές υπάρξεις όσο και ανάμεσα στο νοητό και τον βιωματικό κόσμο, στο όνειρο και την εγρήγορση, στην λογική και την τρέλα, περιλαμβάνοντας όλες τις μορφές της ανθρώπινης σκέψης και συμπεριφοράς σε μία ενιαία σύλληψη ενός κόσμου εν τω γίγνεσθαι, όπου κάθε στοιχείο του μπορεί ανά πάσα στιγμή να μεταβληθεί στο αντίθετό του, να πεθάνει και να ξαναγεννηθεί.

Ο υπερρεαλισμός κατά συνέπεια ταυτίζεται με την ιδανική λειτουργία της ποίησης, που δεν είναι άλλη από την ικανότητα του ανθρώπινου πνεύματος, στην κατάσταση της μέγιστης δυνατής ελευθερίας, να συνθέτει μια σειρά από επιμέρους ή συμπληρωματικές πραγματικότητες, δημιουργώντας μέσα σε ένα ενιαίο και αδιάσπαστο σύνολο μία συνολική υπερπραγματικότητα. Η κατάσταση της υπερπραγματικότητας είναι μία εφικτή δυνατότητα της ανθρώπινης υπόστασης, ικανή να συντελεστεί όταν το πνεύμα, απελευθερωμένο από κάθε εξωτερικό καταναγκασμό, ηθική παρεμπόδιση και επίκτητες προκαταλήψεις, προβαίνει σε μια σύνθεση μεταξύ της βιωμένης εμπειρίας και της φαντασιακής επινόησης, μεταξύ του μυθοποιημένου παρελθόντος και του ανοιχτού στα νεύματα της δυνατότητας μέλλοντος, μεταξύ της αδιαπραγμάτευτης ατομικής ελευθερίας και των βαθύτερων πόθων του ανθρώπου από την μία, και της κοινωνίας μέσα στην οποία έχει αναγκαστεί να ζήσει από την άλλη, μιας κοινωνίας θεμελιωμένης πάνω στην χειραγώγηση του ανθρώπου και τον περιορισμό των δικαιωμάτων του.



Ο άνθρωπος, ως δυνάμει ποιητής ο ίδιος, βρίσκεται σε προνομιακή θέση όχι μόνο να συλλάβει αλλά και να κατακτήσει το “υπερπραγματικό” προσεγγίζοντας την κατάσταση του “ζην ποιητικώς” και να δημιουργήσει απτή ποίηση, που να μην περιορίζεται στην συγγραφή ποιητικών κειμένων, αλλά που, εκκινώντας από την ακατάβλητη δημιουργική δύναμη της εξεγερμένης υποκειμενικότητας και την ασίγαστη λαχτάρα της ατομικής θέλησης για αδέσμευτη ζωή, μπορεί να επεκταθεί στον χώρο ενός ευρύτερου συνόλου δραστηριοτήτων, αποτελούμενου από τις ασυνείδητες παρορμήσεις, τις λανθάνουσες επιθυμίες, την αναδίφηση του κόσμου των ονείρων, την ανάδειξη του ρόλου των ενστίκτων, την ανάσυρση των φαντασιώσεων, την χρήση του μαύρου χιούμορ, την έρευνα των ερωτικών παθών, την διεύρυνση των σαρκικών απολαύσεων και την αναγκαιότητα έμπρακτης δράσης για την μεταμόρφωση της καθημερινής ζωής.

Υπό τις παρούσες συνθήκες, ο υπερρεαλισμός δεν νοείται απαραιτήτως ως πιστή προσήλωση στο γράμμα οποιωνδήποτε ιστορικών θέσεων ή διακηρύξεων του παρελθόντος, ούτε εκλαμβάνεται ως δογματική εφαρμογή κάποιων “κανόνων” ή υιοθέτηση “συμπεριφορών” κάποιων προσωπικοτήτων του, ούτε ως απλή αναπαραγωγή των μεθόδων ή των χαρακτηριστικών γνωρισμάτων που εκείνος ή οι κατά καιρούς εκπρόσωποί του εκδήλωσαν. Αποτελεί όμως μια όσο το δυνατόν πιο ανεξέλεγκτη από την ορθολογιστική τροχοπέδη νοοτροπία ρήξης με την περιρρέουσα κοινωνική συμβατικότητα και τον κυρίαρχο πνευματικό συντηρητισμό, και ταυτόχρονης αποκάλυψης, με κάθε διαθέσιμο μέσο, αφανών πτυχών του εσωτερικού μας κόσμου που όσο πιο αλογόκριτα έρχονται στο φως, τόσο περισσότερο μας ολοκληρώνουν ως ανθρώπινα όντα οδηγώντας μας στην ευρύτερη δυνατή πνευματική και κατ’ επέκταση κοινωνική απελευθέρωση.

Η ποίηση, ως κινητήρια δύναμη των επιδιώξεών μας, αποτελεί μια διαδικασία πνευματικής ανάδρασης που πηγάζει από βαθιές ατομικές μας ανάγκες και καθρεφτίζει κάθε πτυχή του συναισθηματικού μας κόσμου, παραβιάζοντας τα όρια της επικοινωνιακής λειτουργίας της γλώσσας, μεταβάλλοντας την σημασιολογία των λέξεων και υπερβαίνοντας τα συλλογικά στερεότυπα και τα κοινωνικά ιδεολογήματα κάθε εποχής. Οι υπερρεαλιστές δημιουργοί, ασκημένοι στην πνευματική εγρήγορση και την διευρυμένη αισθητηριακή δεκτικότητα, αντικαθιστούν τα αισθητικά κριτήρια πρόσληψης και αξιολόγησης των δημιουργιών τους με έναν υψηλό βαθμό αυτεπίγνωσης, που επιτρέπει την όσο το δυνατόν πιο ελεύθερη και αλογόκριτη ροή προς τα έξω των εκάστοτε ποιητικών εκφράσεών τους και την άμεση καταγραφή τους χωρίς δεσμεύσεις, απαγορεύσεις και αποκλεισμούς. Η αναδίφηση στο μυστηριώδες, στο φαινομενικά παράδοξο, στο διφορούμενο και στο αινιγματικό, μακριά από κάθε ηθική προκατάληψη και μεταφυσικό προκάλυμμα, και η αναζήτηση αναλογιών και αντιστοιχιών των εσωτερικών γεγονότων του πνεύματος με τα εξωτερικά φαινόμενα της ζωής, συμβάλλει στην εξαντλητική διερεύνηση όλων των πτυχών της συνείδησής μας, στην κατάργηση των φραγμών της και στην καταπολέμηση των εμποδίων που προβάλλει η δύναμη της συνήθειας.

Αντιμέτωποι με την επικρατούσα άποψη για τον ρόλο κάθε μορφής τέχνης, ως υπερρεαλιστές αποφεύγουμε κάθε μονοδιάστατη ερμηνεία του κόσμου, δεν διαπραγματευόμαστε τα φαινόμενά του μέσω του ορθολογισμού, αντιτιθέμεθα ριζικά στις έννοιες του ταλέντου ως “χαρίσματος” και της έμπνευσης ως “θεϊκού δώρου”, δεν επιζητούμε την πρωτοτυπία και την προβολή, αποφεύγουμε τα στερεότυπα και τις κοινοτοπίες, χωρίς να αυταπατατώμαστε ότι καινοτομούμε ή ότι μαχόμαστε στις τάξεις κάποιας άνευ περιεχομένου πλέον πρωτοπορίας, καταστέλλουμε την αυταρέσκεια και τον εγωκεντρισμό, δεν επιδιώκουμε μία διακοσμητικού χαρακτήρα καλλιέργεια εκκεντρικότητας, δεν στοχεύουμε στον εντυπωσιασμό, δεν προσφεύγουμε στην εκζήτηση, δεν επιτρέπουμε στον εαυτό μας να ενδώσει στον μανιερισμό, δεν αντιμετωπίζουμε με επιείκεια τον εαυτό μας, δεν αποσκοπούμε στην δημιουργία έργων τέχνης, δεν μας ενδιαφέρει η λογοτεχνική ενασχόληση, δεν στρεφόμαστε στην αναπαραγωγή πολιτισμικών παλίμψηστων, ενώ μας αφήνουν αδιάφορους η ιδεολογικοποιημένη εντοπιότητα και οι εθνικές εξιδανικεύσεις των πολιτιστικών επιστρωματώσεων αυτής ή κάποιας άλλης χώρας. Κατά συνέπεια αντιστρατευόμαστε με τον τρόπο αυτό ριζικά την κυρίαρχη σήμερα από το κατεστημένο έννοια του μεταμοντερνισμού, όπου εν πλήρει απουσία κάθε έννοιας ανατροπής, τα πάντα αναμειγνύονται μεταξύ τους αφηρημένα, δίχως αξιολόγηση και δίχως την παραμικρή υποψία κίνησης προς την κατεύθυνση της ανθρώπινης απελευθέρωσης.



Δεκτικοί σε μια διαθεσιμότητα βασισμένη στην αλογόκριτη έκφραση των επιθυμιών, και χρησιμοποιώντας την εικαστική και την γραπτή έκφραση απλώς ως τα πιο πρόσφορα μέσα διάδοσης των υπερρεαλιστικών μηνυμάτων, αντιλαμβανόμαστε ως επιτακτική την ανάγκη να οργανωθούμε σε συλλογικό επίπεδο, εκδηλώνοντας την παρουσία μας ως μια αυτόνομη υπερρεαλιστική πρωτοβουλία, για να καταστήσουμε σαφή των εναντιωματική μας στάση έναντι του υπάρχοντος κοινωνικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος, επιδιώκοντας να επαναδιαπραγματευθούμε σε νέα βάση την θέση μας σε έναν κόσμο που αδιαφορεί για τις βαθύτερες ανάγκες μας, ματαιώνει τους μύχιους πόθους μας και καταστέλλει κάθε απόπειρα ελεύθερης έκφρασής τους.

Στο σημερινό καθεστώς πνευματικής χαύνωσης, κοινωνικής σήψης και πολιτιστικής αποσύνθεσης, θεωρούμε ότι η εμπειρία της κοινής δράσης και της συμμετοχής στην υπερρεαλιστική περιπέτεια θα εκπληρώσει τουλάχιστον τις βασικές επιδιώξεις μας, δημιουργώντας τους απαραίτητους όρους για μια γόνιμη ομαδική ώσμωση, που θα μας επιτρέψει να αντιτάξουμε την αυτοδύναμη ικανοποίηση των βαθύτερων επιθυμιών στην προοπτική του κέρδους και της εξουσίας, υιοθετώντας μια ακολουθία αισθητηριακών πρακτικών ικανών να απελευθερώσουν τα πάθη, να τροφοδοτήσουν την θέλησή μας για αληθινή ζωή και να συλλάβουν τον μυστικό παλμό των πραγμάτων προδίδοντας το ακατονόμαστο και επιχειρώντας μια ριζική αντιστροφή προοπτικής, για να αποφύγουμε την αλλοτρίωση και την μείωση των αντιστάσεών μας.

Χωρίς να αναιρεί την αξία της ατομικής επιβεβαίωσης και τα επιτεύγματα της μοναχικής δημιουργίας, γνωρίζουμε ότι μια συλλογική απόπειρα άσκησης υπερρεαλιστικής δραστηριότητας, που δρα ομοθυμαδόν υπό την επήρεια της πεποίθησης στην ορθότητα των σκοπών της, μπορεί να επιτύχει εκεί που κάθε άτομο ξεχωριστά είναι μάλλον καταδικασμένο να αφομοιώνεται, να αγνοείται και να αποτυγχάνει. Αυτό που πρωτίστως μας ωθεί στην ανάγκη κοινής δράσης είναι η επιθυμία μας να καταστούμε μέτοχοι της υπερρεαλιστικής εμπειρίας, διακυβεύοντας πολύ περισσότερα από αυτά που μας υπόσχεται μια εφησυχασμένη ζωή γεμάτη συμβιβασμούς και μεταμφιεσμένες ανασφάλειες. Δημιουργώντας ένα γόνιμο διαπροσωπικό περιβάλλον πλούσιο σε προκλήσεις και ερεθίσματα, αλλά και εκμεταλλευόμενοι στο έπακρο τα πλεονεκτήματα μιας εν εγρηγόρσει συλλογικής νοημοσύνης, μπορούμε να φθάσουμε σε ένα νοητικό επίπεδο ευρύτερου φάσματος, που να αντιλαμβάνεται τον κόσμο με τον πιο σύνθετο δυνατό τρόπο.



Η απόφαση έμπρακτης εφαρμογής συλλογικών μεθόδων για την προσέγγιση του υπερρεαλιστικού ιδεώδους εκ μέρους μας αποτελεί μια ενσυνείδητη απόπειρα πλήρους αποδέσμευσής μας από τα γρανάζια της κυρίαρχης κουλτούρας και των θεσμοποιημένων κατευθύνσεων έκφρασής της, που επιβάλλονται ως έγκυρες είτε από προσήλωση στην παράδοση και υποταγή σε κάποιου είδους πνευματικό εφησυχασμό, είτε από την εκάστοτε τάση της μόδας, προβάλλοντας ασύστολα τις ασημαντότητες ως αριστουργήματα και μετατρέποντας τα κοινότοπα, εύπεπτα μορφικά και ανώδυνα ιδεολογικά πολιτιστικά προϊόντα σε σημαντικά “έργα τέχνης”. Ως εκ τούτου, μέσα στα πλαίσια του υπάρχοντος κοινωνικοπνευματικού περιβάλλοντος πλήρους αδράνειας και στασιμότητας, αντιλαμβανόμαστε τους εαυτούς μας περισσότερο ως πολιτιστικούς ταραξίες [συνείδησης] παρά ως καλλιτέχνες, διατηρώντας το αναφαίρετο δικαίωμα του αυτοπροσδιορισμού και της αυτοδιάθεσής μας, διαχωρίζοντας ταυτοχρόνως την θέση μας και από κάθε “νεωτερική” κίνηση εκσυγχρονιστικού τύπου κάποιας “πεφωτισμένης” πρωτοπορίας που επικαλείται την αυθεντία της προκειμένου να πείσει για τον ανύπαρκτο ριζοσπαστισμό της τους ανυποψίαστους και τους αδαείς, όντας διάτρητη η ίδια από ολοφάνερες τάσεις ελιτισμού, επιτήδευσης και υπεροπτικού διανοουμενισμού.

Σε όσους, με φανερή ζηλοφθονία και απροκάλυπτη εχθρότητα, διαφωνούν με την εν γένει στάση μας και επιχειρούν να υποβαθμίσουν την σημασία του εγχειρήματός μας, απαιτώντας από μας πιστοποιητικά εγκυρότητας και βεβαιώσεις νομιμοποίησης, τονίζουμε ευθαρσώς ότι η γνώμη τους μας αφήνει παντελώς αδιάφορους, εφ’ όσον ο λόγος τους δεν έχει πλέον το παραμικρό επαναστατικό αντίκρισμα, έχοντας απωλέσει προ πολλού κάθε εγκυρότητα που μπορεί κάποτε να διέθετε. Η σημασία και η εμβέλεια του τολμήματός μας άλλωστε μπορεί να κριθεί κυρίως από την εμπεριστατωμένη ενάργεια των προθέσεών μας και να αξιολογηθεί πρωτίστως από την επάρκεια των επιχειρημάτων μας.

Υποκινητές μιας επιθετικής ενεργητικότητας, προσήλυτοι μιας μυστηριώδους αλχημείας του λόγου και της εικόνας, και κάτοχοι μιας ανησυχητικής ικανότητας διασποράς μαγείας, αξιοποιούμε στο έπακρο την διαύγεια του αισθησιακού παραληρήματος και εμπνεόμαστε από την αισθαντική νοημοσύνη των παιδιών, την απερίσκεπτη τρέλα που εκδηλώνουν τα υποκείμενα των ερωτικών παθών και τον πρωτογονισμό της σεξουαλικότητας που αποκαλύπτεται μέσα από τα λογοπαίγνια, την μεταφορική χρήση των λέξεων, τις παράτολμες γλωσσικές επινοήσεις και την υπονομευτική δύναμη των εικόνων, που σπέρνουν σύγχυση στην γεωμετρία της εξουσίας χωρίς να σταματούν να μεταδίδουν ταυτόχρονα τα αντιφατικά μηνύματα της ζωής και του θανάτου.





Μάιος 2005





Γιάννης Αλεξανδρόπουλος, Γιώργος Γιαννόπουλος, Δημήτρης Δημητριάδης,

Διαμαντής Καράβολας, Λένα Κωνσταντέλλου, Τάσος Λίζος, Σωτήρης Λιόντος,

Ηλίας Μέλιος, Νίκος Σταμπάκης, Μάκης Χρυσοστομίδης

Πέμπτη, Απριλίου 01, 2004

ΔΙΑΚHΡΥΞΗ ΤΗΣ ΣΟΥΡΡΕΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΟΜΑΔΑΣ ΣΤΑ ΓΙΑΝΝΕΝΑ

Δεν υπάρχουν λέξεις με αθώα ή ουδέτερα νοήματα. Στις κοινωνίες του ταξικού ανταγωνισμού και της γενίκευσης και ιεράρχησης των σχέσεων εξουσίας, όπου κάθε πράξη, κάθε χειρονομία, κάθε εκφορά έχει να αναμετρηθεί με την φαντασμαγορία του εμπορεύματος και τους μηχανισμούς ελέγχου του κράτους, οι λέξεις είναι πεδία ενός κοινωνικού πολέμου. Οι μονοσήμαντες νοηματοδοτήσεις είναι οι πολεμικές πράξεις ενός εχθρού, που έχει την ευχέρεια να οργανώνει, στη βάση ενός ριζικού διαχωρισμού, τον χώρο της κουλτούρας και τον χρόνο της καθημερινής ζωής.
Ο ρόλος της κάστας των διανοουμένων είναι να κατασκευάζει τον κοινό νου επιβεβαιώνοντας τις κυρίαρχες πεποιθήσεις ως δεδομένες αλήθειες, να εξιδανικεύει το υπάρχον ως «αντικειμενική πραγματικότητα», μέσα από εξειδικευμένες πρακτικές εξουσίας και γνώσης, και να οριοθετεί, έτσι, μια φαινομενικά αποσπασμένη από την κοινωνική εμπειρία σφαίρα, ένα σύμπαν από διαθέσιμα πνευματικά αγαθά, έτοιμα προς κατανάλωση, αιώνιες αξίες και οικουμενικά νοήματα που μόνο ο ειδικός, ο ταλαντούχος, ο ειδήμων μπορεί να λανσάρει, ως νέος Προμηθέας. Όσες και όσοι δεν έχουν πρόσβαση σε αυτό το σύμπαν, δεν συμμερίζονται τα τρέχοντα καλλιτεχνικά καπρίτσια, ή δεν κατέχουν τις τρέχουσες τεχνικές κατασκευής της γνώσης, καλούνται να παίξουν τον ρόλο του «κοινού», των καταναλωτών των προϊόντων της κουλτούρας.
Η πραγματικότητα, όμως, αυτού του «κοινού», ο χρόνος της καθημερινής του ζωής, διαμορφώνεται μέσα σε μια εμπειρία αγώνων, αντιθέσεων, συγκρούσεων και καταναγκασμών. Στην ίδια αυτή κοινωνική εμπειρία συγκροτούνται και οι γνώσεις, οι αισθητικές μορφές, οι κάθε λογής «αλήθειες». Αν αποσπώνται από το έδαφος αυτού του καθημερινού κοινωνικού πολέμου είναι γιατί μόνο με τέτοιες εξειδικευμένες ουδέτερες αλήθειες μπορεί το «κοινό» να ξεχάσει ό,τι βιώνει, να πειστεί τελικά ότι αυτή η ζωή «είναι ωραία», ότι αξίζει να την υπομείνει, ακριβώς γιατί κάποιοι άλλοι ανακάλυψαν, αντί γι’ αυτό, το οριστικό βαθύτερό της νόημα. Το να ξεχνάς ή να υπομένεις δεν σημαίνει μόνο ότι οι μάχες που πέρασαν έχουν χαθεί, αλλά κυρίως ότι οι μάχες που έρχονται έχουν ήδη κριθεί και δεν αξίζει κανείς να τις δώσει.
Το «κοινό» επινοείται για να ακούει τα ανακοινωθέντα ενός πολέμου, ο οποίος υποτίθεται ότι κάθε φορά λήγει οριστικά. Τα λεξικά, τα παιδαγωγικά εγχειρίδια, οι εγκυκλοπαίδειες, οι κατάλογοι των μουσείων είναι προπάντων τόποι όπου ο ένας από τους αντιπάλους του πολέμου, ο μέχρι τώρα νικητής, υπερασπίζεται δημόσια τις κατακτήσεις του, προεξοφλεί την τελεσίδικη επικράτησή του, και εκμαιεύει την συναίνεση για την επόμενη εκστρατεία του. Τα νεκρά σημεία, οι λέξεις που το νόημά τους εμφανίζεται ουδέτερο και αθώο, διαιωνίζουν έναν κόσμο υπό κατάκτηση και μια ζωή με αλυσίδες. Παρουσιάζουν ως κάτι αυτονόητο ή κανονικό την ταξική εκμετάλλευση, την ιεραρχική δομή των σχέσεων εξουσίας, την πολιτική καταπίεση και την εκμηδένιση της υποκειμενικότητας σε μια συνείδηση εθισμένη να υποτάσσεται στις απαγορεύσεις τις κυρίαρχης ηθικής, να ικανοποιεί τα αισθητικά κριτήρια της πολιτιστικής βιομηχανίας και να προσαρμόζεται στις απαιτήσεις ενός ορθολογισμού που χωράει μόνο κάθε τι ανταλλάξιμο ή αποδοτικό.
Αφού λοιπόν η ιστορία των λέξεων είναι μια ιστορία πολέμου σε εκκρεμότητα, το νόημα της λέξης «σουρρεαλισμός» διακυβεύεται στην ανάσα του δρόμου. Άλλοτε γίνεται τρόπαιο στα χέρια του εχθρού, άλλοτε λάβαρο στις επιμνημόσυνες τελετές που διοργανώνουν οι «φίλοι», ορισμένες φορές όμως γίνεται και πάλι πολεμικό ξόρκι για όσες και όσους θέλουν να συνεχίσουν την περιπέτεια της επαναστατικής καταστροφής των κυρίαρχων αξιών, αλλάζοντας τον κόσμο, αλλάζοντας την ζωή, πραγματώνοντας την καθολική ελευθερία.
Στους κύκλους των κριτικών τέχνης, στους «ειδικούς» της κουλτούρας, ο σουρρεαλισμός παραπέμπει σε ένα κίνημα λογοτεχνών, ζωγράφων και κινηματογραφιστών που εμφανίστηκε κάποια στιγμή στο Παρίσι για να κλείσει γρήγορα – αν και με αρκετό σαματά – τον κύκλο του, αφήνοντας πίσω του ως παρακαταθήκη ένα στυλ ζωγραφικής, μια τεχνοτροπία αυτοματισμού και λογοτεχνικού πειραματισμού, με άλλα λόγια, κάποια εκφραστικά μέσα που δεν είναι παρά ίχνη μιας νεκρής από καιρό πρωτοπορίας, εκθέματα στο οπλοστάσιο της μοντέρνας τέχνης.
Στη διαφήμιση και στα media, γενικά στην βιομηχανία του θεάματος, ο σουρρεαλισμός είναι συνώνυμος με οτιδήποτε περίεργο, τρελό ή εξωπραγματικό, με ένα ασυνάρτητα προκλητικό αστείο, με ένα αλλοπρόσαλλο happening, με ένα κραυγαλέο θέαμα. Σε αυτό συνέβαλαν αποφασιστικά και ορισμένοι από τους ενσωματωμένους πρώην σουρρεαλιστές, που χρίστηκαν «μεγάλοι και αναγνωρισμένοι» καλλιτέχνες, όπως ο Avida Dollars (κατά κόσμον Salvador Dali), και αποδείχθηκαν με αυτόν τον τρόπο μια καλή επένδυση για τα αφεντικά τους. Αυτή η ενθουσιώδης ενσωμάτωση στην πλήρως εμπορευματοποιημένη κουλτούρα, ή στο εξιδανικευμένο εμπόρευμα, δεν είναι βέβαια προνόμιο μόνο των πρώην σουρρεαλιστών: ο Andy Warhol ήταν απλά ένας διαφημιστής. Για να μπορεί να παραπέμψει, όμως, ο σουρρεαλισμός σε μια υπερβολή που συναντά ανοχή και συγκατάβαση, σε ένα lifestyle του παραλόγου, χρειάζεται να απογυμνωθεί από την επαναστατική του ουσία. Μόνο ως κάτι ακίνδυνο μπορεί να αφομοιωθεί ομαλά στους κώδικες και τις τεχνικές του θεάματος, αυτού του εγκωμιαστικού μονολόγου που ο κόσμος των εμπορευμάτων επιφυλάσσει για τον εαυτό του.
Υπάρχει βέβαια και μια τρίτη παραλλαγή του ορισμού του σουρρεαλισμού, ένα ακόμα μοναδικό χαρακτηριστικό της ηλιόλουστης ελλάδας, της «πιο ωραίας χώρας στον κόσμο» που οι αρχαίοι έλληνες την φωτίζουν από ψηλά με το πνεύμα τους και της προσδίδουν μια ακαταμάχητη αίγλη με τα επιτεύγματά τους και άλλες τέτοιες τρίχες κατσαρές…Σε μια χώρα όπου η εθνικιστική ιδεοληψία είναι το κανονικό, ο σουρρεαλισμός, ως καλλιτεχνικό στυλ και ως θεαματικός παραλογισμός, γίνεται «υπερρεαλισμός», μια τεχνική για να γράφει κανείς δημοφιλή ποιήματα και να ζωγραφίζει μεγάλης αξίας πίνακες, με λίγο από ελληνική θάλασσα και μάρμαρα που λαμποκοπούν στον ήλιο। Στην «υπερρεαλιστική» τεχνοτροπία δεσπόζει το εθνικό στοιχείο, λες και ανακαλύφθηκε ο σουρρεαλισμός απ’ την αρχή, έχοντας από τη μια τους «δογματικούς» σουρρεαλιστές όλου του κόσμου, που περιφρονούν κάθε εθνική αναφορά, και από την άλλη τους «πεφωτισμένους» έλληνες υπερρεαλιστές, τους συνεχιστές της ιστορίας της δήθεν υπεροχής του αρχαιοελληνικού πνεύματος. Αν είναι κανείς υπερρεαλιστής μπορεί να καταγραφεί στην ιστορία του «ελληνικού πολιτισμού» (αυτού του αποτρόπαιου ιδεολογικού κατασκευάσματος), να γίνει «πρεσβευτής» του «ελληνισμού», νομπελίστας-εξαγώγιμο προϊόν ή το πολύ πολύ να στρογγυλοκάθεται στους κύκλους των φιλότεχνων φιλισταίων ως ισότιμος εταίρος• σε κάθε περίπτωση να αναγνωρίζεται ως ένας άνθρωπος των τεχνών και των γραμμάτων (υπό τον πλήρη βέβαια έλεγχο του ελληνικού κράτους). Ο Νικόλας Κάλας, ο Άδωνις Κύρου, οι μοναδικοί έλληνες που εντάχθηκαν ουσιαστικά στο σουρρεαλιστικό κίνημα (μολονότι έδρασαν κυρίως εκτός ελλάδας) και ο Αντρέας Εμπειρίκος, ο οποίος, με το έργο του μας χάρισε ορισμένες σπάνιες στιγμές ερωτικής επαναστατικότητας, αν και δεν αντιπαρατέθηκε ποτέ ριζικά με τους εγχώριους λογοτεχνικούς κύκλους, δεν παύουν να αποτελούν εξαιρέσεις που επιβεβαιώνουν τον κανόνα.
Ποιο είναι όμως το νόημα του σουρρεαλισμού στην ανάσα του δρόμου, και μάλιστα από την οπτική γωνία των οδοφραγμάτων; Παρά τους πολλούς κατά καιρούς επίδοξους θανατοκράχτες του, ο σουρρεαλισμός, ως ένα παγκόσμιο κίνημα για την επαναστατικοποίηση της συνείδησης, πέρασε από τις συμπληγάδες του χρόνου. Οι σουρρεαλιστικές ομάδες διατήρησαν την ανεξαρτησία τους, τόσο από τους κυρίαρχους θεσμούς, μέσα απ’ τους οποίους περνά η ιδεολογική παραγωγή, όσο και από τις πολιτικές γραφειοκρατίες που επέβαλαν ένα μονοπώλιο γνώσης στα ιστορικά επαναστατικά κινήματα. Η συλλογική σουρρεαλιστική δραστηριότητα δεν μετατράπηκε σε καλλιτεχνική, ούτε ξέπεσε ποτέ σε απολογητική. Αυτή η ανεξαρτησία του σουρρεαλισμού, η διατήρηση της επαναστατικής του πνοής, διασφαλίστηκε μέσα από μια σειρά κρίσεων, εσωτερικών αντιπαραθέσεων και αδιάλλακτων αγώνων ενάντια σε κάθε προσπάθεια αφομοίωσης.
Οι τύχες του σουρρεαλιστικού κινήματος συνδέθηκαν με τις τύχες των ιστορικών εγχειρημάτων για χειραφέτηση και με αυτήν την έννοια ο σουρρεαλισμός δεν έμεινε αλώβητος από τις ήττες των ιστορικών επαναστάσεων και τις νίκες των εχθρών της ελευθερίας. Η διαρκής επιστροφή, όμως, αυτής της άρνησης του υπάρχοντος κόσμου, η αργή μα σταθερή επανεμφάνιση του ερωτευμένου διάβολου στην ιστορία, είναι και η ακλόνητη απόδειξη της αλήθειας πως το περιφερόμενο πτώμα δεν είναι νεκρό και οι λογαριασμοί του παρελθόντος συνεχίζουν να είναι παροντικοί. Όσο παραμένει επίκαιρη η αναζήτηση της καθολικής ελευθερίας, όσο ο πολιτισμός τους ελέγχει την επιθυμία, προεξοφλεί το εύρος των δυνατών εμπειριών και μετατρέπει τον κόσμο σε μια τεράστια φυλακή ανταλλάξιμων αντικειμένων, τόσο ο σουρρεαλισμός θα επανέρχεται αποκαλύπτοντάς μας την επιτακτική ανάγκη να πραγματωθούμε ως υποκειμενικότητες.
Ο σουρρεαλισμός, λοιπόν, είναι πάνω απ’ όλα μια πολεμική επιλογή, μια επιλογή εξέγερσης και καταστροφής των αξιών του αστικού πολιτισμού. Πάλλεται από μίσος και απέχθεια γι’ αυτόν τον διαχωρισμένο κόσμο. Με τα δικά του μέσα, ανοίγοντας τα δικά του μονοπάτια προς την ελευθερία, τροφοδοτεί εστίες ανατροπής, συμβάλλει στην προετοιμασία της επανάστασης και βρίσκεται εκεί όταν αυτή ξεσπά. Μέσα στην άβυσσο της καταπίεσης, συναντά την φωνή κάθε εξεγερμένου. Μολονότι δεν μπορεί να υπαχθεί σε κανένα πολιτικό σχέδιο, αλλά ούτε και δρα άμεσα στην κεντρική πολιτική σκηνή, διατηρεί μια ανεξάλειπτη πολιτική διάσταση. Στη βάση αυτή εξηγείται και η εκλεκτική συγγένεια του σουρρεαλισμού με τη ντανταϊστική παραφορά και την κριτική των καταστασιακών στην κοινωνία του θεάματος. Στο βαθμό που προτάσσει την καταστροφή της τέχνης, την απογύμνωση των αντικειμένων από τον εμπορευματικό τους χαρακτήρα και συνολικά την ανατροπή αυτής της κοινωνίας, ο σουρρεαλισμός δεν μπορεί παρά να εγκολπώνει το νταντά ως ένα μόνιμο και ευεργετικό παράσιτο στα έντερά του και την καταστασιακή κριτική ως μια μόνιμη απόχρωση στα τοπία που εξερευνά.
Πέρα από την αμφισβήτηση και την κριτική, όμως, το σουρρεαλιστικό κίνημα επιδιώκει την αντικατάσταση των κυρίαρχων αξιών από καινούριες. Απέναντι στην συντριβή της ελευθερίας στα δίχτυα της κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, αξιώνει το ξεχορτάριασμα των δρόμων της επιθυμίας, την συνάντηση έρωτα και επανάστασης, δείχνοντας προς το μυθικό βασίλειο της ποίησης με τους μαγικούς κυματισμούς της φαντασίας. Τίποτα λιγότερο δηλαδή από την καθολική ελευθερία.
Πρόκειται για την εξερεύνηση καινούργιων πεδίων έξω από τα σύνορα του λογικού κόσμου, με όχημα το υποσυνείδητο, ώστε να αναδειχθούν οι δυνατότητες συντριβής της αλλοτρίωσης. Σε αυτή την περιπέτεια δεν αναζητεί εξηγήσεις και νοήματα, αλλά την αποκάλυψη την ίδια, μια εκστατική εμπειρία, κάθε άλλο παρά θρησκευτική, μια μεθυστική διαδρομή μεταμόρφωσης ανάμεσα σε έννοιες και σύμβολα, που αντλούνται από την καθημερινή πραγματικότητα. Αμφισβητώντας τα δεδομένα όρια της γλώσσας, της σκέψης, της δημιουργίας, προσπαθούμε να ξεκλειδώσουμε τις επιθυμίες μας, να επαναφέρουμε τον ξεχασμένο μας εαυτό ή να γνωρίσουμε έναν ολότελα καινούριο εαυτό ανεξιχνίαστο ως τώρα. Βασική αφετηρία είναι η συνείδηση πως η ζωή μας είναι αλλοτριωμένη, πως εσωτερικεύουμε με τέτοια ικανότητα την καταπίεση, ώστε να βιώνουμε καθημερινά ένα σχίσμα ανάμεσα σ’ αυτό που αναγκαζόμαστε να είμαστε και σ’ αυτό που έχουμε απωθήσει ή δεν έχουμε βρει ακόμα.
Οι εικόνες και τα κείμενα που οι σουρρεαλίστριες/σουρρεαλιστές δημιουργούν, και που πολλές φορές βγαίνουν μέσα από παιχνίδια, είναι απλά κάποια μέσα με τα οποία ενεργοποιείται αυτός ο κρυμμένος εαυτός, είναι ένας τρόπος για να συντριβούν τα όρια ανάμεσα στο πραγματικό και το ονειρικό, να αφεθούμε συνειδητά στον λαβύρινθο της επιθυμίας. Το τυχαίο μπορεί να μας κατευθύνει έξω από τα σύνορα του αντικειμενικού κόσμου-φυλακή προς μια υπερπραγματική διάσταση, όπου τα αντικείμενα αποδεσμεύονται από τις τρέχουσες χρήσεις και λειτουργίες τους, επιφυλάσσουν εκπλήξεις και συγκινήσεις, γίνονται πεδία για την πραγμάτωση ενός υποκειμένου που ονειρεύεται, ερωτεύεται, εξεγείρεται, πράττει.
Η σουρρεαλιστική δραστηριότητα με αυτήν την έννοια δεν παράγει έργα τέχνης, αλλά σκοπός της είναι να επανακαθορίσει την σχέση των ανθρώπων με τα αντικείμενα του κόσμου και κυρίως την σχέση των ανθρώπων μεταξύ τους προς μια κατεύθυνση απαλλαγμένη από κάθε είδους ηθικές, αισθητικές ή λογικές προκαταλήψεις. Οι εικόνες και κείμενα, λοιπόν, τα οποία προκύπτουν από την σουρρεαλιστική δραστηριότητα, δεν είναι αντικείμενα «τέχνης» που μόνο οι «ειδικοί» νομιμοποιούνται να κατασκευάσουν. Αντίθετα, ο σουρρεαλισμός αξιώνει την πραγμάτωση της τέχνης απ’ όλους και όχι από εμπνευσμένους καλλιτέχνες που απευθύνονται σε παθητικούς θεατές, καταργώντας στην πράξη έννοιες όπως ταλέντο, αισθητική, καλλιτέχνης και κοινό. Είναι επίσης κατανοητό πως τα σουρρεαλιστικά δημιουργήματα δεν επιδέχονται αξιολόγησης από κανέναν κριτικό τέχνης, ούτε βέβαια μπορούν να γίνουν θέμα για μελέτη φωτισμένων ακαδημαϊκών. Πρόκειται αντίθετα για γεγονότα στα οποία καθένας και καθεμιά μπορεί να συμβάλει, τα οποία καθένας και καθεμία μπορεί να κρίνει και για τα οποία καθένας και καθεμία μπορεί να κριθεί, αρκεί η πυξίδα να δείχνει σταθερά προς τον ορίζοντα της χειραφέτησης ως συγκεκριμένης βιώσιμης εμπειρίας.
Σε αυτόν τον πόλεμο που διεξάγεται καθημερινά, κανείς δεν αναπαύεται εν ειρήνη και ούτε πρόκειται ποτέ να αναπαυτεί. Τα όπλα μας για να μεταμορφώσουμε τον κόσμο είναι η παιδικότητα, ο έρωτας, η ποίηση ως πρακτική που διαχέεται σε όλη μας την ζωή (και όχι μόνο η λογοτεχνική της έκφραση) και πάνω απ’ όλα η υποκειμενικότητα που στοιχηματίζει την ύπαρξή της στα οδοφράγματα, μια υποκειμενικότητα δηλαδή που γίνεται το κλειδί για την δυναμική, συνεχώς επαναπροσδιοριζόμενη κατανόηση του κόσμου. Το αντικειμενικό είναι αυτό που προσφέρει ως τέτοιο η κυρίαρχη ιδεολογία, το οποίο βέβαια αλλάζει ανάλογα με τις κατά καιρούς σχέσεις εξουσίας.
Όμως όλα αυτά δεν θα είχαν αξία και δεν θα μπορούσαν να πραγματωθούν αν ο καθένας μας τα διεκδικούσε μόνο για τον εαυτό του και δεν κατανοούσαμε την ανάγκη της συλλογικής δράσης. Μέσα από τη συλλογικότητα προσπαθούμε έτσι ώστε οι επαναστατικές δυνατότητες της ποίησης να διαχέονται στην καθημερινότητά μας και να γίνονται ευρύτερα διαθέσιμες χωρίς να εγκλωβίζονται στα στενά όρια μιας ομάδας. Είναι σίγουρο πως κρίσεις και αδράνεια υπάρχουν στον καθένα μας/την καθεμιά μας, παρόλα αυτά όμως, όπως η εμπειρία μας έχει δείξει, υπάρχουν πολύ περισσότερες δυνατότητες η κρίση και η αδράνεια να μετατραπούν μέσα από τη συλλογικότητα σε κάτι δημιουργικό και να σε παρασύρουν.
Κάτω από αυτήν την οπτική, αποφασίσαμε πριν από τέσσερα χρόνια να συγκροτήσουμε σουρρεαλιστική ομάδα στα Γιάννενα και να συνδεθούμε με το διεθνές σουρρεαλιστικό κίνημα, που αυτή τη στιγμή αριθμεί ομάδες στο Παρίσι, την Πράγα, τη Στοκχόλμη, το Μπουένος Άϊρες, το Σικάγο, τη Μαδρίτη, το Λονδίνο, το Λιντς, το Σάο Πάολο, καθώς αυτό το κίνημα είναι που εκφράζει με τον πιο σαφή τρόπο τις παραπάνω επιδιώξεις μας.
Τις νύχτες που θα εκτρέπεται η τροχιά των πλανητών, θα έχει σίγουρα κραυγές να ορίζουν το καθημερινό, όχι σαν κάτι ανούσιο μα σαν κάτι που εμείς ούτε αγαπάμε, ούτε μισούμε, όμως θέλουμε να γίνεται τραγούδι που θα πετά από στέγη σε στέγη και θα σηκώνει τους νεκρούς από τους τάφους τους.

Άγγελος Βασιλείου, Γιάννης Γκολφινόπουλος, Μανώλης Δάσκαλος, Βαγγέλης Κούταλης, Λευκή Μοσσού, Γαλήνη Νόττι, Μαριάννα Ξανθοπούλου, Λύντια Παπαζήση, Νίκος Πεγιούδης, Μάκης Περδικομάτης, Φώτος Χαίλης, Κλεονίκη Χτιστάκη.
Γιάννενα, Ιούνης 2004