Τρίτη, Μαρτίου 06, 2007

Η ανάσα του φλεγόμενου δρόμου δεν σβήνεται ποτέ απ’ την παλίρροια

Η κανονική ζωή, το ξέρουμε καλά, δεν έχει happy end παρά μόνο στη θεαματική αντιστροφή της. Αν ο μοναχικός περίπατος του τρελού μες στην αιώνια νύχτα μας δείχνει ότι η αντικειμενική πραγματικότητα είναι ένα κακό, εφιαλτικό όνειρο, απ’ το οποίο ορισμένες φορές αναγκαζόμαστε να ξυπνήσουμε, κλωτσώντας με απόγνωση τα συρματοπλέγματά της, ξύνοντας σπασμωδικά, μ’ ένα ατρόχιστο μαχαίρι, το παλίμψηστό της, η συνειδητή εμπλοκή στις κοινωνικές αντιπαραθέσεις αποκαλύπτει ότι η εξέγερση ενάντια στο υπάρχον, ενάντια στα «έτσι είναι» αυτού του πλήρως εμπορευματοποιημένου κόσμου, είναι η στοιχειωμένη από το όνειρο αφύπνιση που επιβάλλει τη δική της, πάντοτε δεκτική στις υποκειμενικές επιθυμητικές ροές, πραγματικότητα. Πρόκειται για μια πραγματικότητα πέρα από την αντικειμενική, μια πραγματικότητα ουτοπική, απτή ωστόσο στη ρευστότητά της, μια πραγματικότητα υπερπραγματική. Οι εξεγερτικές στιγμές είναι αναδυόμενοι τόποι του υπερπραγματικού, σταυροδρόμια όπου η συγκεκριμένη ουτοπία της αυτοχειραφέτησης αναδεικνύεται σε μια πραγματικά διαθέσιμη επιλογή. Τέτοιες στιγμές εμφανίστηκαν πρόσφατα στο ριζοσπαστικό φοιτητικό κίνημα που εδώ και πολλούς μήνες έχει χαρίσει σε χιλιάδες ανθρώπους την ανάσα του δρόμου, την πνοή της πραγματώσιμης ποίησης, η οποία στρέφεται ενάντια σε αυτήν την εργονομημένη ζωή στο όνομα της γυμνής —και γι’ αυτό τόσο όμορφα ικανής για δημιουργία και καταστροφή— υποκειμενικής ζωής.

«Εκεί που ο ουρανός σκοτεινιάζει από τις πέτρες αναδύεται η γαλήνια προοπτική ότι δεν θα υπάρξει ξανά επιστροφή στην κανονικότητα». Αυτή η φράση, δανεισμένη από μιαν αναρχική αφίσα, αποδίδει την ουσία αυτού που διακυβεύεται στους δρόμους της Αθήνας, κι αρκετών άλλων πόλεων, από πέρυσι την άνοιξη. Οι άντρες και οι γυναίκες που κατέλαβαν τις σχολές τους, που έμαθαν να οργανώνουν με όρους αυτοδιαχείρισης την καθημερινότητά τους μέσα σε χώρους αφιλόξενους μέχρι πρότινος για κάθε χειραφετητική χειρονομία, που αντιμετώπισαν τον χημικό πόλεμο και την κτηνώδη βία των ένοπλων κατασταλτικών αποσπασμάτων του κράτους, που με την, ομολογουμένως γόνιμα βέβηλη, δράση τους μετέτρεψαν τα άδυτα της κυρίαρχης γνώσης σε εστίες συλλογικής αντίστασης και υποκειμενικού αυτοκαθορισμού, που επέμειναν πεισματικά, για ένα ολόκληρο περίπου χρόνο, στον δρόμο του αγώνα, χάραξαν πάνω στην άσφαλτο μια γραμμή εξόδου από την κανονικότητα. Μόνο και μόνο γι’ αυτό, κι ανεξάρτητα από τη διαμάχη ανάμεσα στις όποιες πολιτικές στρατηγικές στο εσωτερικό του κινήματος, μπορούμε να σταθούμε δίπλα τους, εκφράζοντας ανεπιφύλακτα την αλληλεγγύη μας. Μόνο και μόνο γι’ αυτό αξίζει να μιλήσουμε, όχι ως ερμηνευτές των γεγονότων, αλλά ως υποκειμενικότητες που διατίθενται να στοιχηματίσουν στην υπόθεση της αυτοχειραφέτησης κι επιλέγουν να συνταχθούν με όσες κι όσους δοκίμασαν ήδη, σε έναν επίκαιρο αγώνα ενάντια στα αφεντικά και την κρατική καταστολή, αυτό το στοίχημα με τα ίδια τα σώματά τους.

Μετά από την έξοδο δεν υπάρχει, για να ακριβολογούμε, γυρισμός, ή τουλάχιστον επαναστροφή, άπαξ και διαπαντός, στη ζωή όπως ήταν. Ακόμα κι αν δεν επιτευχθούν οι βασικοί στόχοι αυτού του κινήματος, ακόμα κι αν οι πολιτικές υπαγωγής της εκπαίδευσης στο κεφάλαιο εξακολουθήσουν να βρίσκονται στην ημερήσια διάταξη, ακόμα κι αν η διάθεση εναντίωσης κινδυνεύσει να εξουθενωθεί σε μια ρουτίνα life-style επαναστατικότητας, κανένας και καμία από το πλήθος που βρέθηκε όλον αυτόν τον καιρό στην «άλλη όχθη» δεν θα επιστρέψει στην κανονικότητα δίχως να νιώθει, με ανεξίτηλα τα ίχνη στην υποκειμενικότητα του/της, ότι η ίδια η σημασία του «κανονικού» έχει αισθητά μεταβληθεί. Η εμπειρία του συλλογικού αγώνα, η εμπλοκή σε συνελεύσεις, καταλήψεις, διαδηλώσεις, οδομαχίες, εγχαράσσει στην ενεργό μνήμη του σώματός μας, κι αυτό δεν μπορεί ποτέ να σβηστεί απ’ την παλίρροια του αντικειμενικού χρόνου, μιαν εξαιρετικά πολύτιμη γνώση: ότι υπάρχει, ότι μπορεί να υπάρξει κάτι πέρα από την καθηλωμένη στους ρυθμούς της εμπορευματικής παραγωγής ζωή, ή —το σπουδαιότερο ίσως— ότι αυτή η κανονικότητα είναι ακριβώς ένα κακό όνειρο απ’ το οποίο ήδη έχουμε ξυπνήσει. Ό,τι βιώνουμε καθημερινά σε μία κοινωνία εκμετάλλευσης και καταπίεσης δεν είναι ασφαλώς κίβδηλο ή φαινομενικό• είναι πραγματικό, ασφυκτικά πραγματικό, όσο και τραυματικό. Αλλά η αφύπνιση από αυτήν την πραγματικότητα, την εμφανιζόμενη ως οριστική, εντελή πραγματικότητα του υπηκόου, του καταναλωτή, του θεατή, του αλλοτριωμένου παραγωγού, αποτελεί μιαν επαρκή ένδειξη για το ότι η κανονικότητα δεν είναι ούτε ο μόνος ούτε ο καλύτερος δυνατός κόσμος, για το ότι η κανονικότητα είναι η ίδια σπαραγμένη, διαστιζόμενη από αντιφάσεις, εντάσεις που δεν μπορούν να απαλειφθούν, ανταγωνισμούς που απωθούνται αλλά εξακολουθούν να είναι καθοριστικοί, για το ότι η κανονικότητα είναι ένα πεπρωμένο που μπορούμε να εγκαταλείψουμε.

Δεν θα ήταν, παρόλα αυτά, σκόπιμο να αρκεστούμε στην διαπίστωση ότι για ένα πλήθος αγωνιζόμενων ανθρώπων πράγματι, στη συγκεκριμένη συγκυρία, διανοίχθηκε ένα πεδίο δυνατοτήτων πέρα από τις οριογραμμές της «κανονικής ζωής». Ως υπερρεαλίστριες/ες θέλουμε να ασκούμε την ικανότητα της κριτικής, παρεμβαίνοντας σε πολιτικού ενδιαφέροντος ζητήματα, από την προοπτική θέση που μας εξασφαλίζει ο φευγαλέος αστερισμός της ποίησης, του έρωτα, και της επανάστασης. Κατά συνέπεια, η στάση μας στο ζήτημα της προωθούμενης αντιμεταρρύθμισης στον χώρο της εκπαίδευσης δεν μπορεί παρά να απηχεί μια ριζική αμφισβήτηση του ίδιου του εκπαιδευτικού συστήματος, ως συστήματος χαλιναγώγησης του πνεύματος, που παγιώνει σχέσεις εξουσίας-γνώσης, κατανέμει ρόλους ταξικής κυριαρχίας/υποταγής, και αναπαράγει ιδεολογικές στρατηγικές προσαρμογής στην κανονικότητα μιας κοινωνίας δομημένης όπως ένα καθολικό εργοστάσιο-φυλακή. Δεν έχουμε κανένα λόγο να συγχέουμε την υπεράσπιση του οικουμενικού δικαιώματος στην ελεύθερη παραγωγή και διάδοση της γνώσης, κι άρα την εξασφάλιση δημόσιων εγγυήσεων γι’ αυτό το δικαίωμα, με την υπεράσπιση της οργανωμένης κι ελεγχόμενης από το κράτος εκπαίδευσης, που στην πράξη ακυρώνει αυτό το δικαίωμα. Δεν διαλέγουμε κανέναν από τους δήμιους του πνεύματος! Στρεφόμαστε ενάντια στο κράτος και στο κεφάλαιο, στηρίζοντας τις εμφανιζόμενες κάθε φορά εστίες κοινωνικής αντίστασης, για να συμβάλουμε στην αποτίναξη όλων των δεσμών που μέχρι σήμερα αποτρέπουν την προσπέλαση μιας διαλεκτικά αντικειμενικής, χαρούμενης κι απόκρυφης, γνώσης, την παράφορη εκτύλιξη της ανθρώπινης υποκειμενικότητας μέσα σε έναν ξαναμαγευμένο κόσμο. Αυτή η απελευθερωτική γνώση τίθεται ως μια πραγματική δυνατότητα τις στιγμές της εξεγερτικής συλλογικής δράσης, όταν το τρένο της καπιταλιστικής προόδου ανακόπτεται, έστω και για λίγο, όταν διανοίγεται ο ορίζοντας μιας άλλης ζωής. Τα πεδία όπου γίνεται διακυβεύσιμη δεν είναι οι εκπαιδευτικοί θεσμοί αλλά τα ανταγωνιστικά κοινωνικά κινήματα. Και οι φορείς που της αναλογούν, φορείς της «ποίησης της μέλλοντος» μέσα στο αμφίρροπα εξελισσόμενο παρόν, δεν είναι οι ιεραρχίες της κρατικής εκπαίδευσης, αλλά οι συλλογικότητες-υποκείμενα που επιχειρούν να ποριστούν γνώση για τον κόσμο ώστε να τον αλλάξουν, κι όχι να τον ερμηνεύσουν, που επιχειρούν να μιλήσουν για την ζωή ώστε να σπάσουν τις αλυσίδες της, κι όχι να εξωραΐσουν την αθλιότητά της.

Υπάρχει και μια τελευταία λέξη που χρειάζεται, σε αυτήν εδώ την αποτύπωση ενεργού αλληλεγγύης, να πούμε, με αφορμή την ενορχηστρωμένη από το κράτος προπαγάνδα περί «κουκουλοφόρων», όχι γιατί δεν μας αρέσουν οι μυθικές αφηγήσεις, αλλά γιατί απεχθανόμαστε τα ιδεολογικά τεχνάσματα που προσβλέπουν στην δικαιολόγηση των εχθρών της ελευθερίας. Οι μόνοι «κουκουλοφόροι» τους οποίους αγωνιζόμαστε να πείσουμε για την ανάγκη να βγάλουν την κουκούλα είναι οι καθημερινοί, υποταγμένοι στον κοινωνικό τους ρόλο, άνθρωποι που φορούν βουβά την προσωπίδα του χαρούμενου ψηφοφόρου-πολίτη, του ευτυχισμένου αγοραστή προϊόντων, του φιλότιμου εργάτη, της καλής νοικοκυράς συζύγου, του περήφανου, ακόμα ακόμα, έλληνα. Μπορεί να διαφωνούμε ή να συμφωνούμε με επιμέρους πρακτικές στα πλαίσια του κινήματος, αυτό όμως δεν αλλάζει διόλου την πεποίθησή μας ότι στον κοινωνικό πόλεμο ενάντια στο κράτος και στο κεφάλαιο δεν έχουμε κανένα περιθώριο να αφήνουμε αιχμαλώτους, να συναινούμε στην απομόνωση και την ποινικοποίηση των εξεγερμένων οι οποίοι επιλέγουν να συγκρουστούν με τα μέσα που οι ίδιοι θεωρούν πιο πρόσφορα.

Αν το 1968 μπορούσε κάποιος να δηλώσει ότι «κάτω από την άσφαλτο υπάρχει παραλία», σήμερα μπορούμε να προχωρήσουμε πιο πέρα, δηλώνοντας ότι κάτω από την παραλία υπάρχει άσφαλτος, πίσω από την κανονικότητα της αποδοτικής εργασίας και της εξίσου αποδοτικής σχόλης, της χαρτογραφημένης για να κινούνται ανεμπόδιστα εμπορεύματα «νεότητας», υπάρχει ο δρόμος που κλείνει από αλυσίδες διαδηλωτών, που γεμίζει με ριγμένες πέτρες, που καίγεται απ’ τις φλόγες της ανυπακοής. Στην άσφαλτο, που αναδύθηκε διαρρηγνύοντας τις τεκτονικές πλάκες του κανονικού, η ποίηση, αυτές τις μέρες, έγινε και πάλι εφικτή.

Υπερρεαλιστική Ομάδα Αθήνας
Μάρτης του 2007

Τετάρτη, Ιανουαρίου 10, 2007

Ο προδότης του τυχαίου

Προσοχή λοιπόν, φίλοι μου, δεν είναι μόνο ο νεοαριστερός
που μπορεί να ξυπνήσει μια μέρα νεοσυντηρητικός, αλλά κι
ο πρώην υπερρεαλιστής, νεοπαραδοσιακός.
Νάνος Βαλαωρίτης, “Η κοινωνία του γραπτού θεάματος” (1975)


Οφείλουμε να τονίσουμε κατηγορηματικά προς κάθε κακόπιστο ή μη ενδιαφερόμενο ότι η ενασχόληση μας με τον υπερρεαλισμό δεν υποκρύπτει ουδεμία φιλοδοξία αναγνώρισής μας από τον “πνευματικό” χώρο της ημεδαπής κατεστημένης κουλτούρας. Γνωρίζαμε εξ αρχής την εχθρική του στάση προς τον υπερρεαλισμό και όχι μόνο δεν τρέφαμε αυταπάτες για την αντιμετώπιση που θα μας επεφύλασσε (δηλ. την πλήρη αγνόηση) αλλά ουδέποτε την θεωρήσαμε ως οτιδήποτε άλλο από αυτονόητη. Το πόσο αυτό μας επηρέασε στην εν γένει συμπεριφορά μας είναι ένα ερώτημα που δεν αξίζει καν να τίθεται. Το να εγκαλούμεθα όμως με όρους λογοτεχνικής ταξινόμησης για το εγχείρημά μας να προβούμε στην ίδρυση υπερρεαλιστικής ομάδας στην Αθήνα, από έναν άνθρωπο που για ικανό τμήμα του βίου του συνέδεσε το όνομά του με την εγχώρια και διεθνή υπερρεαλιστική σκέψη και έκφραση, χρήζει απάντησης αν μη τι άλλο ως προσβολή στη νοημοσύνη μας. Όταν μάλιστα ο εν λόγω πνευματικός ταγός κρίνει σκόπιμο να κλείσει τη συλλογή δοκιμίων στην οποία ισχυρίζεται ότι συνοψίζει τη σκέψη του για τον υπερρεαλισμό με δύο κείμενα όπου οι απαξιωτικές αναφορές στην ομάδα επανέρχονται πεισματικά, με τις πλέον υποτυπώδεις αφορμές, η προκύπτουσα αφήγηση (ο ένδοξος πλην ασφαλής “ιστορικός υπερρεαλισμός” εν αντιθέσει με μιαν επίπλαστη εικόνα φθοράς και παρακμής η οποία όλως τυχαίως συμπίπτει με μια δραστηριότητα ξένη προς την ατομική σφαίρα επιρροής του δοκιμιογράφου) φαίνεται να βάζει στα στόματα μη ερωτηθέντων νεκρών την ίδια εκείνη φράση (“μετά από μένα το χάος…”) που ο ενδιαφερόμενος θα πρέπει να ψιθυρίζει συχνά ενώπιον του αρκετά θολού πλέον, φοβούμεθα, καθρέπτη του.

Ο Νάνος Βαλαωρίτης μπορεί πλέον να έχει αναθεωρήσει πλήρως τις απόψεις του και να περιορίζει τον υπερρεαλισμό σε συγκεκριμένα χωροχρονικά πλαίσια, υποστηρίζοντας την οριστική του λήξη ως ιστορικού κινήματος, ο ίδιος όμως είχε συνεργασθεί με δύο από τα περιοδικά όργανα της πρωτοβουλίας όσων υπερρεαλιστών αρνήθηκαν τη διάλυση της παρισινής υπερρεαλιστικής ομάδας στην οποία προέβη το 1969 ο Jean Schuster υπό το βάρος ενός προσωπικού αδιεξόδου. Εννοούμε βέβαια τα περιοδικά BLS (1970-1976) και Surréalisme (1977) της ομάδας που συσπειρώθηκε γύρω από τον Vincent Bounoure, κανένα από τα μέλη της οποίας ωστόσο δεν πέθανε την δεκαετία 1970-80 όπως αναληθώς ισχυρίζεται ο Νάνος Βαλαωρίτης. Οι Vincent Bounoure, Robert Benayoun και Jean-Louis Bédouin πέθαναν το 1996 (αν και η αποχώρηση του τελευταίου από την ομάδα περί τα τέλη της προαναφερθείσας δεκαετίας θα παρείχε ένα θαυμάσιο επιχείρημα σε προσεκτικότερους επίδοξους ληξίαρχους, ελλείψει ίσως άλλης μάταιης ενασχόλησης), ενώ οι Michel Zimbacca, Jorge Camacho και Aurélien Dauguet φροντίζουν να παραμένουν ζωντανοί. Άμεση μετεξέλιξη εκείνης της ομάδας είναι η σημερινή Παρισινή Ομάδα του Υπερρεαλιστικού Κινήματος (GPMS) η οποία, εμπλουτισμένη και με νεότερα μέλη, δραστηριοποιείται αδιαλείπτως από τα τέλη της δεκαετίας του 1980 μέχρι σήμερα, εκδίδοντας το περιοδικό SURR…

Ας μην βιαστούμε ωστόσο να κατηγορήσουμε τον κατήγορό μας για ασυνέπεια, αφού εδώ κρύβεται μια κατά τα φαινόμενα κρίσιμη διαφορά: το γεγονός ότι τα νεότερα αυτά μέλη δεν γνώρισαν λόγω ηλικίας τον André Breton τους αφαιρεί αυτομάτως, κατά τον Νάνο Βαλαωρίτη, το δικαίωμα να ανήκουν σε υπερρεαλιστική ομάδα. Η άποψη αυτή ασφαλώς αδυνατεί να διασαφηνίσει το σκεπτικό σύμφωνα με το οποίο αναγκαία συνθήκη για να θεωρεί κανείς εαυτόν υπερρεαλιστή είναι η προηγηθείσα γνωριμία του με τον Breton —όπως επίσης αδυνατεί να διευκρινίσει το αν λ.χ. η επιθυμία ριζικής αλλαγής της ανθρώπινης κατάστασης που χαρακτηρίζει εν γένει τους υπερρεαλιστές προηγείται κατά τι ή έπεται της στιγμής της γνωριμίας τους με αυτό το προφανώς υπερφυσικό (αλλά και βολικά νεκρό) ον. Το κατά πόσον ένα άτομο άξιο να προσδιορίζεται ως υπερρεαλιστής είναι δυνατόν να πιστεύει σε κάποια απονομή χρίσματος ή κληρονομική διαδοχή είναι περιττό να απαντηθεί. Όσο για το πόσο λίγα πράγματα για τον υπερρεαλισμό φαίνεται να έχει καταλάβει ο Νάνος Βαλαωρίτης από τη συναναστροφή του τόσο με τον André Breton όσο και με τον Ανδρέα Εμπειρίκο, έχουμε τη βάσιμη υποψία ότι μάλλον εθελουσίως επέλεξε να τα ξεχάσει. Πάντως, το πρώτο που θα έπρεπε να φροντίσει να μην λησμονεί είναι ότι ο υπερρεαλισμός δεν μπορεί να προσωποποιείται, μη όντας κάποια καλλιτεχνική σχολή που κλείνει όταν ο “ιδρυτής” της κάποτε αναπόφευκτα αποδημήσει χωρίς να έχει ορίσει άξιους διαδόχους.

Αν, κατά την εποχή του περιοδικού Πάλι, ο Νάνος Βαλαωρίτης εξισορροπούσε μια κάποια αδυναμία συστηματοποίησης και διάδοσης του υπερρεαλιστικού δυναμικού με εμβριθείς αποφάνσεις περί της ποιητικής λειτουργίας ως περιπετειώδους αναδίφησης της ψυχικής ενδοχώρας, πλέον εμφανίζεται να αντιλαμβάνεται τον υπερρεαλισμό αποκλειστικά στο επίπεδο της εξατομικευμένης καλλιτεχνικής έκφρασης, ωσάν να επρόκειτο απλώς και μόνο για μία από τις πολυάριθμες λογοτεχνικές ή εικαστικές τάσεις που έχουν εμφανισθεί κατά τους τελευταίους δύο αιώνες. Σπεύδοντας να χαρακτηρίσει κάθε συλλογική δραστηριότητα που επιχειρεί να προβεί σε ένα στάδιο συστηματικότερης συλλογικής διερεύνησης και αμεσότερης βίωσης των υπερρεαλιστικών φαινομένων ως επαναληπτική και παρωχημένη, δεν μας εξηγεί ωστόσο με πειστικά και προπάντων συνεπή επιχειρήματα ποια διάδοχη κατάσταση έχει υπερβεί τον υπερρεαλισμό και ξεπεράσει τις κατακτήσεις του. Υιοθετώντας εντελώς ακαδημαϊκούς όρους (την ίδια στιγμή που σπεύδει να απορρίψει ως “ακαδημαϊκή” κάθε άποψη που δεν συνάδει απολύτως με τις όποιες διακυμάνσεις της σκέψης του) περιχαρακώνει τον υπερρεαλισμό μέσα σε συγκεκριμένα χρονικά πλαίσια —αυτά της ζωής του Breton— αρνούμενος σε οποιαδήποτε ομάδα νεότερων από εκείνον ανθρώπων το δικαίωμα να τείνουν ευήκοον ους προς την υπερρεαλιστική φωνή, που εξακολουθεί να κηρύττει, μέσα από τις ελάχιστα γοτθικές, φευ, καταιγίδες της γενικευμένης ηλιθιότητας και της μεταμοντερνιστικής χλιαρότητας, τα επαναστατικά μηνύματα της απελευθέρωσης του πνεύματος και της ζωής από κάθε ηθικό, ιδεολογικό και υλικό καταναγκασμό.

Περιχαρακώνει επίσης ο Νάνος Βαλαωρίτης την κάθε μορφή υπερρεαλιστικής έκφρασης στην Ελλάδα μέσα στο δοκιμασμένο σχήμα μιας “τάσης” που δεν κατόρθωσε, άγνωστο γιατί, να αποκτήσει το χαρακτήρα κινήματος, αλλά που αποτελεί θέσφατο και κατά τα φαινόμενα οφείλει αφ’ ενός να βρίσκεται υπεράνω πάσης αμφισβήτησης και αφ’ ετέρου να απαγορεύει, υπό την ιδιότητα του ιστορικού προηγουμένου, κάθε νεότερη εγχώρια υπερρεαλιστική δράση. Την ίδια στιγμή που επιστρατεύει ακόμη και το παράδειγμα των καταστασιακών για να αντικρούσει τη συνέχιση του υπερρεαλιστικού κινήματος, εξακολουθεί να μπαινοβγαίνει (ανάλογα με την εκάστοτε τοποθέτηση που αναγκάζεται να αντικρούσει) στην ιδέα μιας οργανωμένης ή μη ελληνικής υπερρεαλιστικής ομάδας, που είχε ή δεν είχε κάποια αμυδρά προοδευτική πολιτική χροιά, αλλά που πάντως έχει εν τέλει εξασφαλίσει μια θέση στην ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας, κάτι που είναι το μόνο που φαίνεται να ενδιαφέρει —και, εννοείται, κάτι που η όποια τρέχουσα ομάδα θα αδυνατούσε να διεκδικήσει με αναλόγως πειστικούς (για την κατεστημένη κριτική) όρους. Δυστυχώς ο Νάνος Βαλαωρίτης δεν είναι πλέον, φαίνεται, σε θέση να κατανοήσει πόσο λίγο μας ενδιαφέρει αυτό, αλλά και πόσο λίγο ενδιέφερε τον Ανδρέα Εμπειρίκο όταν, ήδη στα 1939, προειδοποιούσε κατά της θεώρησης του υπερρεαλισμού ως λογοτεχνικής σχολής, κατά της κολακείας των κριτικών και της αναγωγής του κινήματος σε μια, μεταξύ πολλών, στιγμή της “αισθητικής πρωτοπορίας”. Η αδυναμία των πρώιμων ελλήνων υπερρεαλιστών να διατηρήσουν μια συστηματική ομαδική δραστηριότητα (μολονότι τα παλαιότερα σχετικά γραπτά τους δεν επιτρέπουν διαστρεβλώσεις ως προς τις αρχικές επιδιώξεις τους) μετατρέπεται έτσι σε πιθανώς αξιέπαινο τεκμήριο τοπικής πολιτισμικής ιδιαιτερότητας, καθώς και σε απαγόρευση των όποιων περαιτέρω κινήσεων. Είναι εξ άλλου τόσο απλό να περιορίζονται οι μορφές ριζικής αμφισβήτησης και διερώτησης σε “ξενόγλωσσες” κουλτούρες, ενώ οι ελαφρώς τσαλαπατημένες δάφνες της γενιάς του ’30 εγγυώνται τη συνέχιση της μεγάλης εγχώριας ποιητικής παράδοσης, πλήρη προσδοκιών για βραβεία, παρασημοφορήσεις, συνεντεύξεις και άλλες μορφές πρωτοποριακής παρέμβασης.

Φοβούμεθα όμως ότι η απόπειρά μας να προβούμε σε μιαν απάντηση δεν μας διασφαλίζει και την ανάπτυξη περαιτέρω διαλόγου με τον Νάνο Βαλαωρίτη, για τον απλό λόγο ότι διαφέρουμε υπερβολικά από αυτόν για να αποτελούμε ικανούς συνομιλητές του. Δεν είμαστε, αίφνης, κυριευμένοι από τάσεις ελιτισμού, δεν ζούμε μέσα σε φαντασιώσεις μεγαλείου, ούτε έχουμε ανάγκη από κόλακες, δεν αγόμεθα ούτε φερόμεθα από ξεσπάσματα και εγωιστικές παλινωδίες του θυμικού, ούτε αλλάζουμε απόψεις σύμφωνα με τον εκάστοτε αυτοπροσδιορισμό που μας συμφέρει. Διακατεχόμεθα από αρχές τις οποίες αρνούμαστε να απεμπολήσουμε έναντι ανταλλαγμάτων. Δεν υπολογίζουμε το πνευματικό ή ηθικό ανάστημα του καθενός με κριτήρια “επωνυμίας”, ή ανάλογα με τον αριθμό των βιβλίων που συνέγραψε ή των καλλιτεχνικών έργων που φιλοτέχνησε, ούτε αναζητούμε την υπαρξιακή μας σωτηρία μέσω της λογοτεχνικής καταξίωσης. Αντιθέτως διεκδικούμε την αμετάκλητή μας καταδίκη στην ατέρμονη αναζήτηση του υπερπραγματικού και τον διαρκή εμπλουτισμό της φαντασιακής μας επικράτειας με τα αποκαλυπτικά οράματα των δοκιμαστικών αποπειρών πραγμάτωσης των επιθυμιών μας.

Προπάντων, δεν επιδιώκουμε να συμπεριληφθούμε στο σώμα της ελληνικής λογοτεχνίας. Θα θέλαμε ωστόσο να εκληφθούμε ως κακοήθη μοσχεύματα που κάποτε θα επιτύχουν να της προκαλέσουν ολέθρια σηψαιμικά φαινόμενα συνοδευόμενα από επιληπτικούς σπασμούς και εμετούς εγκεφαλικής ουσίας. Ευελπιστούμε να αποτελέσουμε την ενοχλητική παρωνυχίδα εκ της οποίας εν ευθέτω χρόνω θα προκύψει η μοιραία εκείνη γάγγραινα που θα την εξαναγκάσει σε ακρωτηριασμό του χεριού της, άλλοτε θιασώτη της συμπαθούς πρακτικής του καθημερινού αυνανισμού και πλέον συγγραφέως ογκωδών πεζογραφημάτων και λυρικών καταθέσεων ψυχής με αμυδρές προοπτικές κρατικών επιβραβεύσεων.

Δεν ισχυριζόμαστε, εξ άλλου, ότι αντιπροσωπεύουμε έναν υπερρεαλισμό “αυθεντικό” ή “κίβδηλο”. Αντιλαμβανόμαστε τον υπερρεαλισμό ως μία συνολική και αδιαίρετη σύλληψη που κάθε ανθρώπινη οντότητα είναι σε θέση να κατανοήσει και να ενστερνισθεί. Διερευνούμε τρόπους ανάλυσης και ερμηνείας των αντικειμένων του, διότι διαθέτουμε τη γνώση, τη βούληση και το απαραίτητο επίπεδο αντιληπτικότητας που μας καθιστά ικανούς να διαπραγματευόμαστε την κοσμοθεωρία του σε όλο της το φάσμα, δίχως να προβαίνουμε σε παρερμηνείες και διαστρεβλώσεις της, ή σε επιλεκτικές χρήσεις κατά τις οποίες αξιοποιούνται όσα στοιχεία της μας εξυπηρετούν εις βάρος άλλων παραμέτρων της, που αποσιωπώνται. Αντιλαμβανόμαστε ότι η διόλου επιλεκτική πίστη μας στην επαναστατική προοπτική του υπερρεαλισμού και στο ασίγαστο πνεύμα της υπερρεαλιστικής εξέγερσης φαντάζει ανεξήγητη σε όσους εκλαμβάνουν την έκφραση ως επάγγελμα. Ο σκανδαλιστικός εντοπισμός στοιχειωδών αρχών στη συμπεριφορά μας, εξηγεί την ευκολία με την οποία εγκαλούμεθα από τον Νάνο Βαλαωρίτη ως “δογματικοί στο έπακρο” (sic). Εάν πρόκειται έτσι να ξεχωρίσουμε από όσους διαστρεβλώνουν και αλλοιώνουν την φυσιογνωμία του υπερρεαλισμού, θεωρώντας τον απλώς ως μία διαφορετική τεχνοτροπία του μοντερνισμού, δεχόμαστε ευχαρίστως το χαρακτηρισμό αυτόν.

Αν, ωστόσο, η επισήμανση του εν λόγω “δογματισμού” υπαινίσσεται κάποιο χρέος συμμόρφωσης στα βιολογικά όρια ενός ανυπεράσπιστου νεκρού, θα πρέπει να επισημανθεί ότι ο υπερρεαλισμός, ως αφετηρία στοχασμού και πρακτικής εφαρμογής ενός εναντιωματικού τρόπου σκέψης, προϋπήρξε του Breton. Ο τελευταίος, από κοινού με όσους απάρτισαν την πρώτη υπερρεαλιστική ομάδα, συστηματοποίησε και θεωρητικοποίησε μια σειρά από συμπεριφορές και επιτεύγματα ορισμένων προδρομικών μορφών, ανακαλύπτοντας το λανθάνον ή μη δυναμικό τους. Το σύνολο πρακτικών, ενδείξεων και θεμελιωδών αρχών που προέκυψε βρήκε τη δικαίωσή του με την ίδρυση οργανωμένου υπερρεαλιστικού κινήματος προσανατολισμένου προς το πεδίο της δράσης, δηλαδή της εφαρμογής στην καθημερινή ζωή των ιδεών που πηγάζουν από το συνδυασμό επινοήσεων και εμπειριών διαφόρων επιπέδων της αντιληπτής και της νοητής πραγματικότητας. Ουδέποτε υπαινίχθηκε ο Breton ότι μετά το βιολογικό του θάνατο το κίνημα αυτό οφείλει να πάψει να υφίσταται, ούτε απαγόρευσε την ίδρυση νεότερων ομάδων ομοϊδεατών, η σκέψη των οποίων να εμπνέεται από τις κατακτήσεις του και να επιδιώκει την προέκτασή τους στο μέλλον.

Θα θέλαμε εξ άλλου να υπενθυμίσουμε στον Νάνο Βαλαωρίτη ότι κανένα κίνημα δεν μπορεί, εξ ορισμού, να εξαρτάται από τη ζωή ή τη βούληση ενός και μόνον ανθρώπου. Η επάνοδος (σύμφωνα με τη δεσποτική απαίτηση του Jean Schuster) σε ένα είδος άχρονου, “αιώνιου” υπερρεαλισμού στερεί τον υπερρεαλισμό ακριβώς από το στοιχείο που του προσέδωσε ο Breton για να τον καταστήσει κίνημα: τη χρονικότητα. Αν παρά ταύτα ο θάνατος του κινήματος μαζί με τον ιδρυτή του είναι τόσο προφανής, αν η σαθρότητα των θεμελίων του καθιστά αναγκαία τη μεταπήδηση ακόμη και όσων ταυτίσθηκαν προς στιγμήν μαζί του σε ασφαλέστερες σφαίρες της σκέψης και της έκφρασης, διερωτώμεθα τι είναι εκείνο που αναγκάζει τον Νάνο Βαλαωρίτη να χαλκεύει δηλώσεις του Breton περί μιας υποτιθέμενης όψιμης επιθυμίας του να καταργήσει το εν λόγω κίνημα, ή έστω το όνομά του. Αποδίδοντας την απροθυμία μας να κάνουμε το ίδιο σε άγνοια της σκέψης του Breton, χρησιμοποιεί ετεροχρονισμένα χωρία και προσωπικές του εικασίες, ωσάν να έπρεπε να αποβάλουμε τον προαναφερθέντα “δογματισμό” μας ακολουθώντας επί λέξει όσα μας βεβαιώνει ο Νάνος Βαλαωρίτης ότι διεμήνυσε ο Breton. Δυστυχώς, και παρά την ανωνυμία μας, γνωρίζουμε το έργο του Breton αρκετά καλά για να μην αρκούμαστε στις εν λόγω βεβαιώσεις, αλλά και για να μην περιοριζόμαστε στο έργο αυτό, εις βάρος όλων των άλλων μορφών έκφρασης και πράξης που το περιβάλλουν, συνυπάρχουν μαζί του και εν τέλει το διαδέχονται.

Το μόνο στο οποίο φαίνεται να συμφωνούμε, ωστόσο, είναι το γεγονός ότι εμείς τουλάχιστον είμαστε ανοιχτοί στις προκλήσεις και τολμούμε να ριψοκινδυνεύουμε. Συνειδητοποιούμε όμως πλήρως το μέγεθος του διακυβεύματος και αναλαμβάνουμε ακέραιη την ευθύνη του χειρισμού του. Οι αιτιάσεις, άρα, του Νάνου Βαλαωρίτη περί ανευθυνότητας εκ μέρους μας δεν μας αφορούν διόλου. Ανεύθυνοι είναι μάλλον όσοι, αποστασιοποιημένοι από κάθε έμπρακτη δυνατότητα να βιώσουν χωρίς τη μεσολάβηση μιας άτεγκτης αιτιότητας όσες μεταμορφώσεις της συνείδησης μπορεί να λάβουν χώρα στα έγκατα της ύπαρξής τους, οχυρώνονται πίσω από διακριτικούς τίτλους και προσωπεία, ανίκανοι να αμφισβητήσουν το νόημα του ρόλου που έχουν επιλέξει να υποδυθούν για να κερδίσουν την μεγαλύτερη δυνατή αποδοχή των κατεστημένων θεσμών και την εύνοια ενός κοινού παθητικών αποδεκτών. Και δεν είναι διόλου αξιόπιστοι όσοι κρίνουν ως αυτόκλητοι κήνσορες προθέσεις και ενέργειες, προτάσσοντας ως κύριο προσόν τους το κύρος που απορρέει από την ηλικία τους και το βαθμό αναγνωρισιμότητάς τους μέσα στο μικρόκοσμο της καλλιτεχνικής παραγωγής.

Πρέπει να γίνει καταφανές από την πλευρά μας ότι δεν ανήκει στις προθέσεις μας το να ασκήσουμε κανενός είδους συμβατική “τέχνη”, εκτός από αυτήν της υψηλής αισθητηριακής απόλαυσης που προσφέρει η υπερρεαλιστική θεώρηση του κόσμου. Δεν αποσκοπούμε στον εντυπωσιασμό ούτε στη μορφολογική ή θεματολογική πρωτοτυπία, δεν προσκολλώμεθα στο παρελθόν αλλά και ούτε μας απασχολεί η έννοια της ανανέωσης και της καινοτομίας, διότι δεν επιδιώκουμε να ξεπεράσουμε κανέναν εκτός ίσως από τον ίδιο μας τον εαυτό. Είναι άρα ξεκάθαρο ότι δεν αγωνιζόμαστε στο ίδιο στάδιο. Οι γραπτές ή εικαστικές δημιουργίες μας καταλαμβάνουν έναν σχετικά περιορισμένο τμήμα στο σύνολο των δραστηριοτήτων μας και δεν αποτελούν για εμάς ενδείξεις ταλέντου ή δεξιοτεχνίας, ούτε λειτουργούν ως μέσα αυτοεπιβεβαίωσης που τρέφουν τη ματαιοδοξία μας. Γνωρίζουμε καλά ότι το γραπτό ή εικαστικό έργο δεν είναι το μόνο, ούτε καν το κύριο, τεκμήριο υπερρεαλιστικής ταυτότητας ή έλλειψης αυτής. Για μας, κεντρικά κριτήρια για το κατά πόσον μπορεί κανείς να θεωρηθεί υπερρεαλιστής είναι η ευρύτητα της σκέψης του και η εγρήγορση του πνεύματός του, η ένταση της επιθυμίας του και η διαλεκτική της δραστηριοποίηση, ο βαθμός διαθεσιμότητάς του και η προθυμία του να πορευθεί στο δάσος των ενδείξεων της υπερρεαλιστικής περιπέτειας. Μέσα από την στενότερη δυνατή επεξεργασία κάθε είδους νοητικών και αισθητηριακών ερεθισμάτων με άλλες ανήσυχες υποκειμενικότητες, πιστεύουμε ότι μπορούμε να κατακτήσουμε την ανείπωτη πληρότητα της πολυπρισματικής βίωσης τυχαίων και αντιφατικών φαινομένων της αντικειμενικής πραγματικότητας διά της συνδυαστικής ερμηνείας των συνειδητών και ασυνείδητων αναπαραστάσεων του νου. Δεν υπάρχει, άρα, λόγος ανησυχίας για τη ματαιότητα του εγχειρήματός μας.

Προτρέπουμε λοιπόν τον Νάνο Βαλαωρίτη να πάψει πλέον να υποδύεται τον τιμητή του υπερρεαλισμού και να ασχοληθεί με την ευρύτερη διάδοση του έργου του, την επίτευξη όσης δημοσιότητας έχει ανάγκη για να αισθάνεται ικανοποίηση, τις λογοτεχνικές παρουσιάσεις και τις τιμητικές βραβεύσεις και να επικεντρώσει το ενδιαφέρον του στην εξασφάλιση της υστεροφημίας του, αφήνοντάς μας ήσυχους να διαχειρισθούμε την “ανωνυμία” μας με όποιον τρόπο κρίνουμε ότι ανταποκρίνεται στις προσδοκίες μας.

Υπερρεαλιστική Ομάδα Αθηνών, Ιανουάριος 2007

Σάββατο, Ιανουαρίου 06, 2007

UNLOCKING KLIDONAS

Klidonas, the magazine of the Athens Surrealist Group, provides the clearest, to date, outline of an activity that has so far unfurled for well over two years, yet whose roots lie deeper still. The founding of both the group and the magazine originates in the need felt by certain individuals, at a given point in time and space, to transform their subjective desires into collective adventures and risks, as well as to communicate their formative principles, experiences and perspectives
In a country like Greece, where surrealism has been departmentalized as a fertile influence on literary and (less so) on plastic artworks, but not as a systematic collective activity, the oppressive function of specialized criticism vis-à-vis all remotely authentic expression is particularly conspicuous. Thus, the initiative of a collective self-description and adhesion to the living surrealist movement, as in the cases of the Athens group and, a few years earlier, of the Surrealist Group of Ioannina, gives rise to the haughty reduction of surrealism, by self-appointed appraisers, to a (glorious or not) distant past, as well as to the shocked reactions of the said persons against the arrogance of a gesture not quite compatible with their abstract concept. This phenomenon would be hardly worthy of attention, were it not part of a wider, indeed international, practice.
As the object of the ruthless categorizing fury of aesthetics experts, philologists and professional cultural historians, surrealism is perhaps praised as a moment in the history of art, and, when the issue of “ideas” enters the (academic) picture, as a lost revolt, which, for reasons unknown, cannot possibly continue even though its causes have multiplied rather than vanished. On the other hand, surrealism is safely judged, within a process of self-recycled, institutional trivialization, and introduction of a facile questioning into the frame of educational syllabuses. Advanced as they may claim to be, these approaches cannot get rid of surrealism’s weight in any way other than positioning it into the moulds of impeccably delineated historical periods.
To be sure, surrealism as act and need is unthinkable for those academic analysts who claim the monopoly of its civil propagation or defamation, given that the concept has been introduced to them in the form of taught material, part of the very culture it has always sought to subvert before being restored to its original urge towards an expression wholly indifferent to cultural institutions. Surrealism is thus slyly transformed into compulsory knowledge rather than being recognized as an index in the direction of desire; hence the perpetuation of its falsification is guaranteed.
Yet the said desire does not for all that cease to exist. Surrealism insists on the principles that have rendered it into a particular viewpoint, a mode of action, an individual and collective experience: firstly, limitless availability vis-à-vis the well-nigh imperceptible motives that tend to invest life, if fleetingly, with a meaning that escapes that imposed by quotidian utility; secondly, the realization of the fact that the social condition working against the flourishing of such exceptional indices without for all that succeeding in effacing once and for all the fissures through which they may become felt is by no means a metaphysical necessity, as well as that subjective desire cannot be considered independently of trans-subjective communication; finally, the openness necessary for the detection of those elements of the surrealist viewpoint and activity which are deformed through their incorporation into institutionalized culture, or complicated by historical occurrences. Contrary to what many of its professional studiers claim, surrealism contains an exceptionally developed capacity for self-examination, fully compatible with its inquisitive nature.
In Greece, any attempt towards involvement with surrealism on the level of unequivocal adhesion rather than of the faint interest proper to retrospective study and theoretical embalming, or at best good-natured evocation, comes up against the kind of difficulties that may seem obvious yet are essentially linked to the intellectual laziness encouraged by past history. By exchanging the poetic function with the pettiness of literary production and education, the vast majority of writings referring to the early indigenous assumptions regarding surrealism reproduces the picture of a culture at once too underdeveloped to comprehend the movement’s perspectives and international dynamics, and invested with a convenient folkloric lyricism via which elements of surrealist imagery could serve the interests of national ideology.
The quaint charm of a supposed 1930s Greece —the construct of a self-contained local culture, transmitting fragments of a novel yet emphatically local lyricism, ignoring international processes and relying on the individual works of some more or less idiosyncratic and/or charismatic individuals— presupposes, of course, the agreement of those (now dead) who actually introduced surrealism in the country. Yet even a rudimentary study of those distant texts, of the first attempts towards group activity, reveals that here, too, surrealism was perceived from the outset as a movement, both as a tool for research and as a perpetual adventure that seeks collectivity and remains indifferent to literary ambition. Already in 1939, Andreas Embirikos labeled his first book an “act” of the movement, rather than a literary exercise, while warning against the critical establishment’s usurpation of modes of expression and experience foreign to it. Almost seventy years later, the failure of early indigenous surrealists to maintain consistent group activity involving systematic collective public interventions is declared either a virtue or an inevitable handicap — or indeed evoked merely to scare away all who might attempt a newer venture along such lines. The many hopelessly lame moves in that direction over the course of the past four decades do not set the standard for what is to follow; rather, they serve to point out the necessity to break with a tradition of grave inertia.
Necessity, however, is never far removed from chance. The desire to develop surrealist activity in Greece attained expression in the past few years due to the acts of individuals or smaller groups who ignored each other’s presence to start with. The network of fortuitous encounters, gestures whose consequences were unrelated to their original motives, internal resistances and conscious engagements that have led to the current situation does not testify to some magic panacea; rather, it constitutes part of an endless and anything but straight route that has long ceased, for each one of us, to be merely individual.
Klidonas thus records a moment in the development of the group, to which by now have come to participate members of the Surrealist Group of Ioannina who live currently in Athens. Apart from texts and collective games by the two groups, the introductory issue of Klidonas contained translations of texts by groups and members of the international movement, something that will continue over the following issues. For the first time in the Greek language there are available in the same publication texts by the contemporary Paris group, the Czech-Slovak group, the Chicago group, as well as by groups operating in England (in Leeds and London). Our objective is the systematic presentation of activities and directions that have developed within the context of surrealism from the early post-war period onwards. This wealth of material remains for the most part unknown, not only in Greece, in the name of a procrustean approach on behalf of international criticism, whose need for sell-by dates urges it to deprive surrealism of its essential character as an international movement, by identifying it with the life and death of its major theoretician, André Breton.
The felt necessity to supply information should not at all be understood as an urge to contradict a suggestion that may easily derive from such convictions as the above: in other words, that the current surrealists should prove, if not their very existence, at least the cohesion and value of their undertaking. We are wholly indifferent to a dialogue rendered in art-market terms, whereby the official decision is already inscribed in the question, while alternative options are always means of reducing risk to safe categorization and revolution to mere evolution. Our goal regarding this sector —as witnessed in the recent Athens exhibition of the Czech-Slovak surrealist group in collaboration with the Athens group at the Babel festival— is the promotion of knowledge regarding international groups and perspectives. Yet knowledge is intertwined with practice and communication, hence our availability for criticism and invitations to dialogue. As for our future publications and manifestations, we hope to be back with more fairly soon.

Written in January 2007 for the public presentations of the first issue of Klidonas and printed on issue No 2.

Δευτέρα, Οκτωβρίου 09, 2006

να επιστραφεί η εικόνα … στις μεταλλάξεις της

Κοιτάζω μέσα απ’ το κλειστό, έτοιμο ν’ ανοίξει, παράθυρο την θάλασσα, κοιτάζω σε μιαν οθόνη ένα ημίγυμνο ανθρώπινο σώμα να κρατά ένα εξιδανικευμένο εμπόρευμα, κοιτάζω ψηλά στον ουρανό δυο σύννεφα να σχηματίζουν την μορφή του μυθικού Ερμαφρόδιτου, κοιτάζω στην αίθουσα μιας γκαλερί έναν πίνακα όπου το πρόσωπο το οποίο αναπαρίσταται, μέσα από έναν καθρέφτη, με κοιτάζει. Ό,τι βλέπω είναι αντικείμενο για την επιθυμία μου, αλλά ποτέ αυτό το αντικείμενο, στην πραγματικότητα - ή καλύτερα στο βάθος, πέρα από ό,τι αντιλαμβανόμαστε ως δεδομένη πραγματικότητα - δεν είναι κάτι που κατέχω.
Η εικόνα ως προβολή και παράταση της επιθυμίας δεν μπορεί να σημαίνει τίποτε άλλο από αέναη διακύβευση. Σε μια κουλτούρα μάλιστα που ευνοεί τον εγκλεισμό εικόνας και επιθυμίας εντός αναγνωρίσιμων ορίων, την πυρετώδη επιστράτευσή τους στην κατεύθυνση της χρησιμότητας, με άλλα λόγια την αναγωγή τους σε μετρήσιμες όσο και καταναλώσιμες ποσότητες, η διακύβευση αυτή εύκολα στρεβλώνεται, μοιάζοντας με παιγνίδι χαμένο εξ αρχής: εντύπωση εύλογη όσο και απατηλή. Γιατί, αν η διάχυση του πόθου (όταν μπορούμε σπασμωδικά να την αναγνωρίσουμε στο ρίγος μιας φευγαλέας εμφάνισης, κάτω από το άστρο της αιφνίδιας δυνατότητας) αποτελεί την πιο κατηγορηματική άρνηση ενός τέτοιου περιορισμού, η εμμένουσα πηγή των εικόνων δεν παύει ωστόσο να παρέχει, αναπόφευκτα, την μόνη δυνατή αφετηρία τόσο για την έκφραση όσο και για την εκτροπή των πιο βαθιών δονήσεων της ανθρώπινης υποκειμενικότητας.
Έχουμε συνηθίσει να αντικρίζουμε εικόνες με ένα νόημα που μολονότι αδυνατούμε να συλλάβουμε στην πληρότητά του, ξέρουμε ωστόσο ότι υπάρχει, ότι έχει ήδη καθοριστεί, ότι είναι εκεί έξω και πρέπει να το πιάσουμε ή κάποιος ειδικός να μας το καταστήσει προσβάσιμο: εικόνες έργων τέχνης, εικόνες διαφημίσεων, εικόνες όπου κωδικοποιούνται πληροφορίες, γνώσεις, συναισθήματα, χειρονομίες, εικόνες που έχουν ήδη νεκρωθεί και γι’ αυτό μπορούν και μας προσφέρονται ως ανταλλάξιμα αγαθά, ως νοήματα που χρειάζεται να ξεκλειδώσουμε, ως συσκευασίες που μένει να ξετυλίξουμε. Η κένωση της εικόνας από το επιθυμητικό της φορτίο, η αμετάκλητη ονοματοδοσία, η αναγωγή του φευγαλέου σημαίνοντος σε φαντασμαγορικό κλισέ, και του θαυμαστού αποτυπώματος της φαντασίας σε περίκλειστο σημαίνον, μας καθηλώνουν σε μια μορφή παγιωμένη που απαγορεύει επί ποινή θανάτου τις ρωγμές οι οποίες ενίοτε απειλούν να θέσουν και πάλι έναν ανοιχτό και απρόοπτο ορίζοντα μπροστά στο βλέμμα μας. Όλη αυτή η αποστέγνωση της αναπαράστασης από κάθε ανεξέλεγκτη ροή, ανάμεσα στο υποκείμενο που βλέπει και στο αντικείμενο που προσφέρεται να ιδωθεί, αναστέλλει την επιθυμία, ενεργοποιώντας, στο επίπεδο της ίδιας της συγκινησιακής διέγερσης, τους κοινωνικούς μηχανισμούς απώθησης και καταστολής. Ερμηνείες και ταξινομήσεις, επικλήσεις μιας ιερότητας ή αναλωσιμότητας που αποικιοποιούν την εικόνα, ρυθμίζοντας και χειραγωγώντας εναλλάξ τη σχέση του υποκειμένου με το ορατό και αναπτυσσόμενο συμπλήρωμά του, οριοθετούν τους χώρους της τέχνης και της διαφήμισης ως χώρους ξένους προς την υποκειμενικότητα, που δεσμεύουν την ενέργειά της και την στρέφουν εναντίον της υπό την μορφή υπερβατικών δυνάμεων ικανών να τιθασεύουν το βλέμμα – απόμακρες θεότητες του «υψηλού», χθόνιες θεότητες του χρήματος. Η δέσμευση της συναισθηματικής ενέργειας είναι εξ ίσου εμφανής στην αγορά ενός προϊόντος βάσει της αυθαίρετης εικόνας που συνδέεται ασφυκτικά με αυτό και στην ενατένιση ενός εικαστικού έργου που υπογραμμίζει με ανωτερότητα ή ενίοτε σχολιάζει με αυτοαναφορική ειρωνεία την αισθητική του αύρα.
Ακόμη και η μερική κατάργηση των ορίων, που σηματοδοτούνται εμβληματικά από το κάδρο του πίνακα, καταλήγει έτσι αναπόφευκτα σε μια επαναεπιβεβαίωσή τους δια της εις άτοπον απαγωγής. Οσοδήποτε προκλητική κι αν είναι μια καλλιτεχνική πρωτοπορία, οσοδήποτε κι αν επιχειρεί να ρευστοποιήσει τα όρια της εικόνας, στον βαθμό που δεν αμφισβητεί ριζικά τους όρους της παραγωγής έργων τέχνης, δεν αποτελεί παρά μιαν εξαίρεση που μας οδηγεί και πάλι στον κανόνα. Αν ο δέκτης του έργου αδυνατεί να παρατείνει την σχέση του με αυτό σε πεδία που διαφεύγουν από οποιαδήποτε προβλεπόμενη πολιτισμική λειτουργία, εννοείται ότι ο θεσμισμένος σχολιασμός της ανεπάρκειας αυτής, που μπορεί να εγγράφεται στο ίδιο το έργο εν είδει πρωτοποριακής χειρονομίας, αποσπά την προσοχή από το γεγονός ότι η επιθυμία προηγείται του αισθητικού θεσμού που την δαμάζει και την εγκλωβίζει. Σε προφανή αντιδιαστολή με την μετάθεση της διακύβευσης στις επιμέρους συμβάσεις της καλλιτεχνικής δημιουργίας, η εικόνα θα πρέπει να κριθεί ως μερικό άνοιγμα προς την υπόσχεση που εμμένει εντός της, ως άρνηση της τυπικής της σύστασης και άρα εγγύηση για την συνέχιση της επιθυμητικής ροής.
Η εικόνα ως παράθυρο που μας καλεί να το σπάσουμε, παραβιάζοντας το προστατευτικό υλικό που αναβάλλει την εκπληρωμένη επιθυμία, υποκύπτει μόνο εν μέρει στις επιθετικές μας διαθέσεις, αφού μετατρέπεται ακαριαία σε περιστρεφόμενη πόρτα, μέσα στην οποία γυρίζουμε οι ίδιοι αδιάκοπα, αντιλαμβανόμενοι ψήγματα αυθεντικών και ποικίλων βιωμάτων, αλλά και μελλοντικών προοπτικών, όπου οι μεμονωμένες αισθήσεις συνδέονται και συγχέονται, όπου η αναλογική σκέψη διεκδικεί εκ νέου τα δικαιώματά της και διανοίγει μιαν ατέρμονη πορεία.
Ποτέ ο υπερρεαλισμός δεν είδε τον εαυτό του ως εικαστική σχολή, αφού, αν και η φυσιολογική τάση της ακαδημαϊκής κριτικής ήταν να αναγάγει σε μιαν αισθητική πρόταση το βασικό του εγχείρημα στον χώρο της εμπειρίας (δηλαδή την μετάδοση, συσχέτιση και ανάπτυξη συγκινησιακών δονήσεων), η θεώρηση αυτή παρέβλεπε βέβαια το γεγονός ότι εδώ η εικονοποιία, ως τεκμήριο, αποτελούσε μέσο για μια περιπέτεια και ότι ουδέποτε καταδέχτηκε να ευθυγραμμιστεί με τον πολιτισμικό θεσμό που την οριοθετούσε κατά τρόπο προκρούστειο. Αν τα εμπόδια δεν πρόκειται να εκλείψουν εντελώς, αν η εικονοποιητική διαδικασία είναι καταδικασμένη να παραμείνει ημιτελής (αλλά όχι λιγότερο ασυμβίβαστη στην έκφρασή της ούτε λιγότερο αμείλικτη στην υπονόμευση των εκάστοτε περιορισμών της), η απόλυτη παραίτηση από την ανάπτυξη εικόνων θα αποτελούσε ήττα έναντι όσων ασκούν λαθροχειρία στο φαντασιακό δυναμικό του ανθρώπου, έναντι του κατακτητικού, ασφυκτικού κόσμου των εμπορευμάτων. Μακριά από το να επιβάλλει δογματικά μια συγκεκριμένη προσέγγιση στο πρόβλημα της εικόνας (εξ ου και η δυσκολία της κριτικής στο να εντοπίσει μια τεχνοτροπία που θα συνέδεε τα τόσα ετερόκλητα έργα που προέκυψαν από τους κόλπους του κινήματος), ο υπερρεαλισμός δεν έχει κανένα λόγο να αρκεστεί σε προσεγγίσεις που απορρίπτουν εν γένει την εικονοποιία στο φως της εμπορευματοποίησης και αισθητικοποίησής της, αφού κάτι τέτοιο θα ισοδυναμούσε με την άρνηση μιας ριζικής ανάγκης προς όφελος της επακόλουθης θεσμισμένης της χρήσης, αφήνοντας άθικτους τελικά τους όρους δια των οποίων σήμερα η παράγωγη εικόνων υποτάσσεται στην παραγωγή εξιδανικεύσιμων εμπορευμάτων και εμπορεύσιμων αισθητικών μορφών.
Ιερογλυφικό της επιθυμίας, παλίμψηστο αισθήσεων και παραστάσεων, η εικόνα ζει, όχι μόνο μέσα από την στιγμιαία μορφή της, αλλά κυρίως μέσα από τις μεταλλάξεις της. Δομές απρόβλεπτες, αφηγήσεις που εξελίσσονται όπως η ροή ήχων και χρωμάτων στο μυαλό ενός ανθρώπου μισοκοιμισμένου: με την ιλαρή βεβαιότητα εκείνου που, κάπου ανάμεσα στον ύπνο και την εγρήγορση, εκλέγει ελεύθερα τα υλικά για να αναπλάσει την πραγματικότητά του, και γνωρίζει ότι δεν θα φτάσει ποτέ στο τέλος της διαδρομής του, αλλά που γι’ αυτό ακριβώς παρασύρεται τόσο πρόθυμα από τις υποσχέσεις των διακλαδώσεων.

9/10/2006
Υπερρεαλιστική Ομάδα Αθηνών


* Το κείμενο αυτό μοιράστηκε στις επισκέπτριες και τους επισκέπτες της έκθεσης έργων της Σουρρεαλιστικής Ομάδας Τσεχίας-Σλοβακίας, που οργανώθηκε με τη συνεργασία της Υπερρεαλιστικής Ομάδας Αθήνας. Στο πλαίσιο του 11ου Διεθνούς Φεστιβάλ Κόμιξ που διοργάνωσε το περιοδικό Βαβέλ, στις 12-15 Οκτωβρίου 2006 στο Γκάζι.