Σάββατο, Νοεμβρίου 17, 2007

ΚΛΗΔΟΝΑΣ τεύχος 2


Νοέμβριος 2007

Το δεύτερο τεύχος του Κλήδονα είναι αφιερωμένο στην Αναλογία, η οποία αποτελεί μια κομβική έννοια στην υπερρεαλιστική αντίληψη και δημιουργία. Στο πρώτο μέρος του αφιερώματος, που επιμελήθηκε ο Νίκος Σταμπάκης, ανθολογούνται κείμενα υπερρεαλιστών από ολόκληρο το ιστορικό και γεωγραφικό φάσμα του κινήματος: Jean-Louis Bédouin, Hilary Booth, André Breton, Luis Buñuel, Leonora Carrington, Malcolm de Chazal, Rikki Ducornet, Ghérasim Luca, Penelope Rosemont, Martin Stejskal. Στο δεύτερο μέρος, τα μέλη και οι φίλοι της υπερρεαλιστικής ομάδας Μανώλης Δάσκαλος, Διαμαντής Καράβολας, Βαγγέλης Κούταλης, Σωτήρης Λιόντος, Ηλίας Μέλιος, Μαριάννα Ξανθοπούλου, Μάκης Περδικομάτης, Νίκος Σταμπάκης καταθέτουν τις δικές τους «ανάλογες» σκέψεις και –ενίοτε παιγνιώδεις– εφαρμογές της αναλογικής μεθόδου.
Με αφορμή τον πρόσφατο θάνατό των Mario Cesariny και Toni del Renzio, δύο ιστορικών μορφών του διεθνούς υπερρεαλισμού, ο Σωτήρης Λιόντος γράφει για αυτούς και μεταφράζει κείμενά τους.
Στο τεύχος γίνεται εκτενής αναφορά στην έκθεση «Η Φαντασία της Πραγματικότητας» της Υπερρεαλιστικής Ομάδας Τσεχίας-Σλοβακίας, που έγινε πέρυσι στην Τεχνόπολη Αθηνών με την υποστήριξη της Υπερρεαλιστικής Ομάδας Αθήνας. Πρόκειται για την πρώτη έκθεση που πραγματοποιήθηκε ποτέ στην Ελλάδα ως αποτέλεσμα διεθνούς υπερρεαλιστικής συνεργασίας.    
Παρουσιάζονται επίσης συλλογικά κείμενα και θέσεις της ομάδας για μια σειρά από θέματα που βρέθηκαν στο επίκεντρο της δράσης μας εδώ και ένα χρόνο, καθώς και ποιήματα και κείμενα των φίλων και των μελών της ομάδας, Γιάννη Αλεξανδρόπουλου, Άντριου Γκάρβιν, Γιάννη Γκολφινόπουλου, Σάκη Κεντή, λευκής Μοσσού, Κώστα Ρεούση και Αλεξάνδρας Χαλκιά.
Τέλος, περιλαμβάνονται κάποιες καταγραφές υπερρεαλιστικών παιχνιδιών που αναπτύχθηκαν κατά καιρούς από την ομάδα.   

Παρασκευή, Νοεμβρίου 16, 2007

ΚΛΗΔΟΝΑΣ τεύχος 1



Μάιος 2005


ΚΛΗΔΟΝΑΣ ο) ουσ.  είδος λαϊκής ερωτικής μαντείας που τελείται συνήθως κατά την εορτή του Αγίου Ιωάννου του Ρηγανά (24 Ιουνίου, ημέρα του θερινού ηλιοστάσιου): | φρ. αυτά τα λεν στον κλήδονα, δεν είναι λόγια σοβαρά


Η Υπερρεαλιστική Ομάδα Αθήνας ξεκίνησε επίσημα τη δραστηριότητά της με την ιδρυτική της διακήρυξη τον Μάιο του 2005. Η έκδοση του περιοδικού Κλήδονας φιλοδοξεί να αποτελέσει το έντυπο μέσο έκφρασης τόσο των μελών της ομάδας, όσο και καθενός που θέλει να συμμετάσχει ενεργά στην Υπερρεαλιστική περιπέτεια.
Ως υπερρεαλιστική ομάδα δεν θεωρούμε καμία λογοτεχνική, εικαστική, ποιητική κλπ ιδιότητα ως ενοποιητικό στοιχείο όσων συμμετέχουμε σ’ αυτήν. Αυτό που πρωτίστως μας ωθεί στην ανάγκη κοινής δράσης είναι η επιθυμία μας να καταστούμε μέτοχοι της υπερρεαλιστικής εμπειρίας,. Ως εκ τούτου, μέσα στα πλαίσια του υπάρχοντος κοινωνικοπνευματικού περιβάλλοντος πλήρους αδράνειας και στασιμότητας, αντιλαμβανόμαστε τους εαυτούς μας περισσότερο ως ταραξίες συνείδησης παρά ως καλλιτέχνες.   
Στο παρόν πρώτο τεύχος δημοσιεύονται θεμελιώδη κείμενα από τις Σουρεαλιστικές ομάδες της Τσεχίας-Σλοβακίας, τους Λήντς, του Σικάγο και του Παρισιού. Η εκλογή των κειμένων έγινε με γνώμονα την αποκατάσταση της γνώσης για την δραστηριότητα του υπερρεαλιστικού κινήματος κατά την μετά Μπρετόν εποχή, που εσκεμμένα αγνοείται απ’ τους σύγχρονους μελετητές, αλλά και θέλοντας να υπογραμμίσει την επιμονή των σύγχρονων υπερρεαλιστικών ομάδων στον διεθνή κινηματικό χαρακτήρα και τις επαναστατικές διακηρύξεις του υπερρεαλισμού, καταδεικνύοντας επίσης τη άρρηκτη σχέση της Υπερρεαλιστικής Ομάδας Αθήνας με αυτές.  
Από την προγενέστερη περίοδο του Υπερρεαλισμού δημοσιεύονται κείμενα του Benjamin Perét και της Remedios Varo, καθώς και ένα από τα τελευταία και πιο σημαντικά κείμενα πολεμικής ενάντια στον σύγχρονο αστικό πολιτισμό του André Breton με τίτλο «Όχι στον Μιζεραμπιλισμό». Επίσης, ένα εκτεταμένο αφιέρωμα στον πολύ σημαντικό αμερικάνο υπερρεαλιστή ποιητή Philip Lamantia με μεταφράσεις ποιημάτων και κειμένων του, καθώς και δύο αναφορές στους πρόσφατα χαμένους εικαστικούς, την τσέχα Eva Švankmajerova και τον σλοβάκο Karol Baron, αμφότερα ιστορικά μέλη της Υπερρεαλιστικής Ομάδας Τσεχίας-Σλοβακίας   
Τέλος, δημοσιεύονται τα ευρήματα από μία συλλογική έρευνα με τίτλο «Ένα κάθε μέρα»  που διεξήγαγαν τα μέλη της Υπερρεαλιστικής Ομάδας Αθήνας, καθώς και κείμενα, ποιήματα, εικαστικά έργα, συλλογικά παιχνίδια τόσο αυτών όσο και άλλων μελών από τη Σουρεαλιστική Ομάδα στα Γιάννενα.  
 

Τετάρτη, Οκτωβρίου 17, 2007

αριστερά και πολιτισμός reloaded

Χρειάζεται, πολλές φορές, να επιμένουμε στις λέξεις και στις σημασίες τους. Κάθε διατύπωση υποβάλλει ορισμένες εμφάσεις, χαράσσει μια κατεύθυνση, απωθώντας, ή ακόμα και αποκλείοντας άλλες, οριοθετεί έναν συγκεκριμένο ορίζοντα, και αναδεικνύει την δυνατότητα ενός εύρους σημασιοδοτήσεων, εις βάρος κάποιων άλλων. Το πρόβλημα της σχέσης ανάμεσα στην αριστερά και τον πολιτισμό, εφόσον οι λέξεις «αριστερά» και «πολιτισμός», καθώς και οι συνδηλώσεις τους, υιοθετούνται άκριτα, αποτελεί μια μετατόπιση ενός πραγματικού, και καίριου, αν το κριτήριό μας παραμένει η επίτευξη της καθολικής κοινωνικής χειραφέτησης, προβλήματος, αυτού της σχέσης ανάμεσα στο πραγματικό κίνημα που αλλάζει την υπάρχουσα τάξη πραγμάτων και στην υποκειμενική έκφραση που αγκιστρώνεται στον κόσμο και διαθλά τις αντηχήσεις του. Αυτό είναι το πρόβλημα για το οποίο πρέπει να μιλήσουμε ρητά, και μάλιστα εκλαμβάνοντας τους δυο όρους της παραπάνω σχέσης ως δυο τρόπους για να βαδίσουμε στον ίδιο δρόμο. Με την μετατόπιση, τουναντίον, που επιτελεί η διατύπωση περί «αριστεράς» και «πολιτισμού», απωθείται ο ανυπέρβλητος στις κυρίαρχες κοινωνικές σχέσεις διαχωρισμός ανάμεσα στις πολιτικές πρακτικές, που υποκινούνται από αντικειμενικά ταξικά συμφέροντα, κι έχουν επιπτώσεις σε αντικειμενικά διαπιστώσιμους συσχετισμούς δύναμης, και στις πολιτισμικές πρακτικές, που εκκινούν από υποκειμενικές εμμονές, εστιάσεις, καθηλώσεις, παλινδρομήσεις, απορροές, και κατατείνουν σε έργα των οποίων η ερμηνεία έχει πάλι ως κλειδί την ίδια την υποκειμενικότητα.
Αν μεταφράσουμε το ερώτημα για την δυνατότητα μιας επίκαιρης πολιτικής δράσης, ικανής να αλλάξει τον κόσμο, σ’ ένα ερώτημα του στυλ «τι κάνει η αριστερά;» ήδη παίρνουμε ως δεδομένο αυτό που θα έπρεπε να τεθεί ως ένα δύσκολο να επιλυθεί πρόβλημα, το πώς δηλαδή μπορεί να υπάρξει μια έκφραση στο κεντρικό πολιτικό σκηνικό των διάσπαρτων μορφών αυτενεργού και αυτο-οργανωμένης δράσης, των μόνων που πράγματι εγγυώνται ότι ασκείται μια πολιτική η οποία τροποποιεί την σχέση εξουσίας και κοινωνίας στην κατεύθυνση της χειραφέτησης. Κι ακόμα περισσότερο, πώς μια τέτοια έκφραση δεν θα αναχαιτίζει την επαναστατική δυναμική αυτών των μορφών, αλλά αντίθετα θα τις γονιμοποιεί πολιτικά διεκδικώντας την γενίκευσή τους. Η αριστερά, στην πραγματικότητα και όχι στην εικόνα που προβάλλουν οι γραφειοκρατίες και οι μικροηγεσίες της, δεν σηματοδοτεί παρά ένα όριο στο πολιτικό φάσμα της καπιταλιστικής δημοκρατίας. Στα κόμματα και τις οργανώσεις που την αποτελούν η υποκατάσταση, η ιεραρχική λειτουργία, ο παγιωμένος καταμερισμός καθηκόντων, η αναπαραγωγή της ανισότητας διευθυντή-διευθυνόμενου, είναι μάλλον ο κανόνας παρά η εξαίρεση. Μετά από δεκαετίες σταλινισμού, η πολιτική εμπειρία που αποκτάται στις αριστερές πολιτικές συλλογικότητες δεν αντιστοιχεί συνήθως στον ορίζοντα της αυτοχειραφέτησης, αλλά στο κλουβί του κοινωνικά αλλοτριωμένου, και απογυμνωμένου από πραγματική εξουσία, πολίτη-υπηκόου.
Ο «πολιτισμός», απ’ την άλλη μεριά, παραπέμπει σήμερα σε μιαν ολόκληρη βιομηχανία παραγωγής εμπορευμάτων, σε ένα σύνολο κοινωνικών σχέσεων που τίθενται ως οριοθετημένο και χαρτογραφημένο (σε departments) έδαφος για καθεμιά και καθέναν που επιλέγει να εκφραστεί ως υποκειμενικότητα μέσω της γραφής, της ζωγραφικής, της γλυπτικής, της μουσικής κ.ο.κ. Ο καθρέφτης με τον οποίο κάθε επίδοξη/ος δημιουργός λέξεων ή εικόνων αναμετράται είναι a priori ταραγμένος, διαστιζόμενος από κοινωνικές αντιφάσεις. Ο χώρος του πολιτισμού αποσπάται από την εμπειρία του κοινωνικού ανταγωνισμού για να εγκλωβίσει τις εντάσεις αυτού του τελευταίου σ’ ένα φαινομενικά ανώδυνο καθρέφτισμα της/του δημιουργού – που φαντάζεται ότι κατακτά την αυτονομία της/του απλά επειδή εκφράζεται – στο έργο της/του – που εμφανίζεται καθαρμένο από την μιζέρια της πραγματικής καθημερινής ζωής και γι’ αυτό ακριβώς καταφάσκει στην διαιώνισή της.
Το ζήτημα δεν είναι ν’ αρκεστούμε σε μια ρητορική για την «αλλαγή του κόσμου», που όμως αρνείται να θεματοποιήσει, εδώ και τώρα, την δυνατότητα να αρχίσουμε να τον αλλάζουμε, σπάζοντας τις αλυσίδες του «πολίτη», διεκδικώντας την θέση του δρώντος εξεγερμένου υποκειμένου. Ούτε, επίσης, σε μια φενάκη υποκειμενικής αυτοτέλειας, που καταφάσκει στην υπαρκτή πολιτισμική βιομηχανία, και στην κατανομή ρόλων στο εσωτερικό της («λογοτέχνης», «ζωγράφος», «άνθρωπος των γραμμάτων»). Οι δύο αυτές διαστάσεις της ανθρώπινης περιπέτειας, η πολιτική πρακτική και η υποκειμενική έκφραση, σ’ αυτήν την κοινωνία είναι διαχωρισμένες. Η αριστερά προσπαθεί να τις ενώσει χωρίς να αμφισβητεί τον διαχωρισμό αυτόν καθεαυτόν. Στα κόμματα και τις οργανώσεις της, κατά κανόνα, δεν υπάρχει κανένας χώρος για την υποκειμενικότητα, αλλά πάντα βρίσκεται μια περιφέρεια καλλιτεχνών, «συνοδοιπόρων», άλλοθι για να αντισταθμίζεται η έλλειψη κάθε δημιουργικότητας από πλευράς των πολιτικά στρατευμένων υποκειμένων. Ο διαχωρισμός απωθείται• όχι μόνο δεν τείνει να αρθεί, αλλά επισφραγίζεται ως κάτι το δεδομένο στο background:, η αριστερά, παραμένοντας «αριστερά», ενταγμένη δηλαδή ομαλά στο πεδίο του καπιταλιστικού κράτους, έχει τους καλλιτέχνες της, και οι καλλιτέχνες, αποδεχόμενοι τον ρόλο τους στην πολιτισμική βιομηχανία, έχουν και την αριστερή πολιτική αναφορά τους. Δεν θα θέλαμε, επουδενί, να κάνουμε μιαν ισοπεδωτική περιγραφή της κατάστασης. Θα θέλαμε, ωστόσο, να υπογραμμίσουμε ότι η υπόθεση της κοινωνικής απελευθέρωσης κρίνεται στην πράξη. Υπάρχουν, αναμφίβολα, αριστερές/οί που διακηρύσσουν την προσήλωσή τους στο πρόταγμα του κομμουνισμού, αλλά εξακολουθούν να θεωρούν δευτερεύουσας σημασίας, για τον καθορισμό της ίδιας της δράσης τους, την αυτενέργεια και την αυτο-οργάνωση, όπως υπάρχουν και καλλιτέχνες που δεν παραλείπουν να τονίσουν την επαναστατικότητά τους αλλά εξακολουθούν να παράγουν έργα τέχνης υπό τον έλεγχο του καπιταλιστικού κράτους.
Μονάχα μια διττή χειρονομία που θα θέτει υπό την αιχμή της κριτικής τόσο την «αριστερά» όσο και τον «πολιτισμό» μπορεί να δείξει προς έναν άλλον ορίζοντα, όπου η πολιτική δράση και η ποιητική παραφορά θα αποτελούν εκδηλώσεις μιας υποκειμενικότητας που θα ανακτά και θα επινοεί την εφήμερη ενότητά του σώματός της με τον κόσμο, μέσα από την στάση της εξέγερσης και της αλληλεγγύης. Εκεί που χρειάζεται να στρέψουμε το βλέμμα μας είναι προς μια νέα κοινότητα, οικουμενικό πολιτισμό και οικουμενική πόλη, που θα ανασαίνει στο κοινωνικό πεδίο, θα υπερβαίνει τον διαχωρισμό πνευματικής και χειρωνακτικής εργασίας, θα ενσαρκώνεται σε αυτο-οργανωμένα συλλογικά εγχειρήματα, θα ασκείται μέσω μιας εργασίας η οποία θα είναι και παιχνίδι, θα ξεδιπλώνεται σε έναν χρόνο που θα χωρά πολλούς ανεπανάληπτους χρόνους, πολλές αυτοχειραφετούμενες υποκειμενικότητες. Σε αυτήν την νέα κοινότητα, που αντιστοιχεί στις απαλλαγμένες από τον ζυγό του κεφαλαίου και του κράτους κοινωνίες του μέλλοντος, αξίζει να στοιχηματίσουμε από τώρα, είτε γράφουμε ποιήματα την νύχτα στο κρεβάτι μας, είτε αντιμετωπίζουμε στους δρόμους ή στους χώρους δουλειάς την καταπίεση του κράτους και την εκμετάλλευση των αφεντικών, είτε συζητάμε με τους πολιτικούς συντρόφους μας «τι να κάνουμε». Το σουρρεαλιστικό κίνημα, στο οποίο έχουμε επιλέξει ως ομάδα να ανήκουμε, προσπαθεί να ανιχνεύσει από τώρα έναν τέτοιον ορίζοντα, αξιοποιώντας κάθε μέσο που θα μπορούσε να μας οδηγήσει στον σκοπό της καθολικής ελευθερίας, χωρίς ούτε στιγμή να τον υποκαθιστά ή να τον μεταθέτει σ’ ένα μέλλον που δεν βιώνεται ήδη εντυλισσόμενο, ως μια δέσμη πραγματικών δυνατοτήτων, σ’ αυτό το αμφίρροπο παρόν.

17/10/07, Υπερρεαλιστική Ομάδα Αθήνας

* κείμενο που μοιράστηκε ως κριτική παρέμβαση στην εκδήλωση με θέμα «Αριστερά και Πολιτισμός» στο χώρο Nosotros στις 18 Οκτωβρίου 2007

Παρασκευή, Απριλίου 06, 2007

Κι άλλο, κι άλλο!

Αν η παρόρμησις υπάρχει , τίποτε δεν μπορεί να την αναχαιτίσει..
Η χαίτη της όταν εφορμά είναι δάσος φλεγόμενο με μύρα.
Ανδρέας Εμπειρίκος

Δεν σταματάει ούτε αναχαιτίζεται η δίψα της εξέγερσης όταν γευτεί κανείς το νέκταρ της που ρέει από τα μάτια των αποχαλινωμένων πόθων. Των πόθων για ελευθερία, ζωή, έρωτα, τεμπελιά, αγάπη. Αυτών των υπέρτατων ανθρώπινων χαρισμάτων που από τότε που αρχίζει να δομείται (βλ. σοδομείται) η κοινωνική προσωπικότητα του ατόμου αρχίζουν να καταπλακώνονται από ανόητα πρέπει και απαγορεύεται, από απωθητικούς λαβύρινθους και ανυπέρβλητα στάδια, από επίκτητες σκοπιμότητες και που στο τέλος καταλήγουν να ναρκώνονται, να ξεγελιούνται και να εκφυλίζονται
σε ένα ακόρεστο κυνήγι αγορών-μαγισσών εμπορευμάτων με δόσεις για μια ζωή.

Να είσαι επιμελής και καλός στις σπουδές σου λένε, λες κι όλη αυτή η κούφια και συμβιβασμένη ακαδημαϊκή γνώση είναι αθώα και δε φταίει σε τίποτα για τα χάλια της ανθρωπότητας. Να λείπει! Προτιμάμε τους απαγορευμένους καρπούς από τα δέντρα, που τα φύλλα τους θροΐζουν κάθε φορά στους σκοτεινούς παράδρομους, πίσω απ’ τα οδοφράγματα στις λεωφόρους των εξεγερμένων πόλεων της ιστορίας, τα αειθαλή δέντρα του μυστικού κήπου της γνώσης, εκεί απ’ όπου οι σκέψεις γίνονται φλογισμένες ρόδες που κυλάν στον ορίζοντα.

Να τελειώσεις τη σχολή σου λένε και μετά... Και μετά, τι; Μετά η δουλειά από το πρωί μέχρι το βράδυ, ενώ η εναλλαγή των εποχών θα σου χτυπάει το ειδικά διαμορφωμένο με συστήματα ασφαλείας για τέτοιες περιπτώσεις τζάμι του γραφείου. Η δουλειά με τα φράγκα ίσα να πληρώνεις τους λογαριασμούς και το νοίκι. Η δουλειά ιεραρχημένη πυραμίδα με το γελοιωδέστερο όλων των “επιτυχημένων στελεχών” στην κορυφή της. Η δουλειά διαρκής πηγή σωματοποιημένων νευρώσεων μέχρι τελικής εξαντλήσεως όλων των αποθεμάτων κουράγιου και ελπίδας.

Ας ξέρουν από τώρα τα μελλοντικά αφεντικά μας ότι μετά το πέρασμά μας από τον προθάλαμο της εργασίας που λέγεται εκπαίδευση και την παραμονή μας στην αίθουσα αναμονής που λέγεται ανεργία, όταν λοιπόν καταλάβουμε την προαποφασισμένη θέση του μισθωτού σκλάβου που μας αντιστοιχεί —μιας και είμαστε αναγκασμένοι εκ των πραγμάτων να συνυπάρξουμε— ας ξέρουν ότι αυτή η συνύπαρξή μας δεν προοιωνίζεται και δεν πρόκειται να είναι καθόλου μα καθόλου ειρηνική!
Να διαφυλάξουμε τη σωματική μνήμη!
Να εξαπολύσουμε την παρόρμηση!

Υπερρεαλιστική Ομάδα Αθήνας
Απρίλιος 2007

*Το παραπάνω κείμενο μοιράστηκε ως προκήρυξη στις φοιτητικές διαδηλώσεις, τον Απρίλιο του 2007.